5/11/09

Δημιουργός: φωνή βοώντος εν τη ερήμω

η ποίηση του πεζού

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Δε θα προλάβω...δε θα προλάβω...πρέπει να τρέξω...πρέπει...δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό...πρέπει να προλάβω...άνοιξα απότομα την πόρτα κι έχασα κάθε έλεγχο του σώματός μου...την πρόλαβα...ευτυχώς...στεκόταν στην άκρη της ταράτσας...φαινόταν πολύ φοβισμένη κοιτάζοντας κάτω... «γειά...», είπα...εκείνη γύρισε το κεφάλι της πάνω μου...η έκφραση της άλλαξε...ήταν ακόμα φοβισμένη αλλά τώρα είδα μια υποψία χαμογέλου στα χείλη της... «φύγε...», μου είπε γυρίζοντας το κεφάλι της ξανά πίσω στο κενό...είπε να φύγω...κι όμως...φωνάζαν τα σωθικά της...σαν να κραύγαζε «σώσε με»...προσπάθησα να τα κάνω όλα ήρεμα...πήγα και στάθηκα δίπλα της...κοίταξα κάτω...ζαλίστηκα...γύρισε πάνω μου βλέποντας με να υπολογίζω το ύψος με το μάτι... «τί κάνεις;!», με ρώτησε με μια καινούργια πανικόβλητη έκφραση τώρα...την κοίταξα κατευθείαν στα τεράστια μελί μάτια της... «πέφτεις...πέφτω...θυμάσαι...;», είδα το δάκρυ που προσπάθησε να κρύψει γυρίζοντας το πρόσωπο της από την άλλη... «ε...κοίτα είναι λίγο ψηλά εδώ πάνω...δε γίνεται να το συζητήσουμε κάπου αλλού..; Θέλω να πω...θα ήταν κρίμα να με βρούνε νεκρό με την γκριμάτσα της υψοφοβίας!!», ένα πνιχτό γελάκι ξέφυγε μέσα απ’τους λυγμούς...ανακουφίστηκα λίγο και συνέχισα στο ίδιο κωμικό ύφος... «όποιος θέλει latte να σηκώσει το χέρι! Κερνάω!», γύρισε τόσο ξαφνικά και με αγκάλιασε που νόμισα πως με κατέκλυσε ένας χείμαρρος από μαύρα μαλλιά και μια μεθυστική μυρωδιά...είχα μείνει ξαφνιασμένος και ακίνητος, με τα χέρια ανοιχτά αδυνατώντας να την αγκαλιάσουν...άκουσα την πόρτα της σκάλας που οδηγούσε στην ταράτσα να ανοίγει ξανά...το οπτικό μου πεδίο καθάρισε από τα μαύρα μαλλιά τόσο γρήγορα όσο πλημμύρισε και γέμισε τώρα με τους απέναντι ουρανοξύστες...κατέβηκα από ‘κεί και πήγα να δω ποιός ήρθε...φιλιώντουσαν...χαμογέλασα θλιμένα...σκαρφάλωσα τότε σιγά σιγά και πέταξα...
5/11/09 Για την Ξένια...που τα μάτια της χωράνε όλο τον κόσμο...

Δημοσίευση στο stixoi.info: 11-09-2010