Βυθός

Δημιουργός: morrissey

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Σε συλλογίζομαι όπως έχεις διπλωθεί,
Θαρρείς και απώλεσες το σχήμα σε μια μάχη.
Από το σώμα σου η ψυχή σαν να εχάθει,
Και τρισκατάρατο απέμεινες σκαρί.

Στα σωθικά σου, τα φαντάσματα γελάνε.
Κερνάνε χόρτο και αλκοόλ, ναύτες χαμένους.
Σε ωκεανούς ματιών γαλάζιων βυθισμένους,
Που από τον ύπνο τους κάποιες νυχτιές ξυπνάνε.

Και επιστρέφουν στη ζωή, δίψα γεμάτοι,
Που να την σβήσει δεν κατέχει το κρασί.
Πιάνουν τραγούδια που αγνοούν οι στεριανοί,
Και θυσιάζουν όποιον βρουν λαθρεπιβάτη.

Λιμάνι ψάχνουνε, να δέσουν για ένα βράδυ,
Και στις γυναίκες, τις φτηνές, μιλούν χυδαία.
Κάθε αμαρτία τους, “είναι η τελευταία”,
Λένε γελώντας, και επιστρέφουνε στον Άδη.

Μα εσένα χάθηκε όλη σου η ζωή,
Σε μια παρτίδα με χαρτιά σημαδεμένα.
Δε σ' έσωσε του γέρου σου η καδένα,
Θεός δεν βρέθηκε για να σε λυπηθεί.

Και έτσι απέμεινες σκαρί καταραμένο,
Που δεν του πρέπει παρά μόνο η στεριά.
Ενώ κρυφά με χάδια η ακροθαλασσιά,
Για άλλη μια νύχτα, σε κρατάει ερωτευμένο.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 02-09-2011