Σημαία - ερωτικό

Δημιουργός: ΜΝΗΜΩΝ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

11.56΄45΄΄ 22/2/2012

Ήσουν εκεί κι ανέμιζες, γαλάζια μες τον Ήλιο,
με τον σταυρό σου διάφανο, να σμίγει με το κύμα
κι ήσουν πνοή π’ ανάσαινε, Ελλάδας το ειδύλλιο
και όραμα που βλάσταινε, σαν αγιασμένο κλήμα,

επάνω ‘πό τα πέλαγα και τις βραχονησίδες
και τα βουνά τους λόγγους μας, τις πόλεις τα χωριά μας
και το κρασί σου έρεε, από μαχών κρηνίδες,
της λευτεριάς και πότιζε, του Γένους την καρδιά μας

και ήσουν η σημαία μας και η ψυχή μας όλη,
εικόνα μας και Ήλιος μας και στον ιστό το πνεύμα,
μιας Ρωμιοσύνης λεύτερης, πατρίδα μας και πόλη
κι οι Έλληνες, πολίτες σου και πρόθυμοι στο νεύμα,

θυσίας που θα έκανες, να σπεύσουνε για σένα,
αφού εσύ ‘σουν όλοι τους κι όλοι αυτοί, εσύ ‘σουν
και φόβο δεν εγνώριζαν, ποτές αυτοί κανένα,
την δόξα επιλέγοντας, παρά δούλοι να ζήσουν

και ήξερες πως πάντοτε, κρυβόταν στην σκιά σου,
Δημάρατοι κι επίορκοι, προδότες κι Εφιάλτες
και πρόστυχοι δοσίλογοι, που μπήγαν στην καρδιά σου,
στιλέτα με τις πράξεις τους, ψυχροί μαχαιροβγάλτες

μα όσο κι αν περίμενες κι όσο μακροθυμούσες,
αυτοί ποτές δεν άλλαζαν και κάθε που ‘χες κρίση,
μαχαίρωναν πισώπλατα, καθώς ψυχορραγούσες
κι ονόμαζαν το έργο τους, ως αναγκαία λύση.

Έτσι ξανά και σήμερα, ίδιες οχιές σαλεύουν,
συρίζοντας απαίσια και στάζουν δηλητήριο,
την φτέρνα την αθάνατη, ξεδιάντροπα γυρεύουν
κι ήρθε πια ώρα έγερσης και μάχης εμβατήριο…..

20,32΄22΄΄ 9/3/2012

Βελούδινα σου χάιδευε, αγέρας τα μαλλιά σου
κι αυτά ανέμοι γίνονταν και τροχιές αστέρων
κι ο έρωτας π’ ανάσαινε, στα τρυφερά φιλιά σου,
αρώματα ανάδευε, στις πλάσεις των αιθέρων

κι εσύ γινόσουν Άνοιξη κι Ήλιος και Καλοκαίρι
και έβγαινες σεργιάνισμα, στης πόλης την πλατεία,
χαρούμενη κι ανέμελη και κράταγες το χέρι,
της νιότης που δεν γνώριζε, πίκρας καμιά αιτία

κι ανέμιζε η φούστα σου, τρυγώντας τις ματιές μας
κι ήταν τα δυο σου πόδια σου, Αγγέλοι παθιασμένοι,
που σέρνανε τον πόθο μας, στις μύχιες εσχατιές μας,
καθώς γυναίκα ήσουνα, σαν ρόδι ανθισμένη

και ήσουν η μετάξινη, πνοή κάθε ονείρου,
που πύρωνε η φλόγα του, την ανδρική καρδιά μας
και έλιωνε σα να ΄τανε, ψευδόφυλλο αργύρου,
ενώ εμείς ποθούσαμε , να ήσουνα σοδειά μας,

ενός ακόμη έρωτα και έμενες μονάχη,
γυρνώντας τα καλέσματα, δίχως καμιά ελπίδα,
βασίλισσα των πόθων μας και σκοτεινή αμάχη,
σαν άλλη Ιφιγένεια, στην μυθική Αυλίδα,

που τώρα όμως ήξερε, πως θέλαν το κορμί της,
θυσία δίχως έρωτα και δίχως Αχιλλέα
και σύντριβε στο διάβα της, η θηλυκή ορμή της,
προσμένοντας την πρόταση, της ζήσης την γενναία

και ήσουν η γαλάζια μας, η Μούσα που κερνούσε,
στις γειτονιές κεράσματα ,γεμάτα χτυποκάρδια,
καθώς σαν αύρα δίπλα μας, απλά μας προσπερνούσε
και έμενε ο Έρωτας, τυράγνια μας τα βράδυα…..





Δημοσίευση στο stixoi.info: 10-03-2012