το απαρνημένο

Δημιουργός: χρήστος

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Βρέχει κι όπως μουσκεύεται η ανατολή κι η δύση
πολύβουο μελίσσι ξυπνά και με καλεί
στο πίσω, στις αναδρομές, στο χτες που με πληγώνει
ένα στυφό κυδώνι στα χείλη μου η ζωή

το σώμα που δεν άγγιξα, φιλί που δεν το πήρα
μέσα μου σαν τη μοίρα βαραίνει και πονά
ως θλίβεται ο πολεμιστής που δεν επήρε κάστρο
γιατί δεν είχε άστρο να τονε κυβερνά

Γιατί το πιο γλυκό φιλί είναι το απαρνημένο
ποτέ του ξεχασμένο δε μένει δεν περνά
κι ας γέρασε κι ας άσπρισε εκείνη που το αρνήθη
δεν το σκουριάζει η λήθη ποτέ του δε γερνά

Ηχεί χορδή που πάλλεται, ραγίζει ένα λαούτο
φεύγω απ’ τον κόσμο τούτο, νιώθω δε με χωρά
κοιτάζω προς τον ουρανό ψάχνοντας κάποιο αστέρι
κι ας είναι μεσημέρι κι ας έχει συννεφιά

φεύγω και λέω στη θάλασσα κι άλλο αέρα δώσ ’ μου
ως την αρχή του κόσμου να φτάσω μονομιάς
να αλλάξω τ’ απαράλλαχτα να σβήσω τα γραμμένα
το «τι με νοιάζει εμένα» να δώσω της φωτιάς
[I]

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-09-2014