Γεννημένος στο αίμα

Δημιουργός: music=life

https://www.youtube.com/watch?v=jWx_qUjNVj0

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

“ Νεκρός από πυροβολισμούς βρέθηκε νεαρός. Άλλο ένα θύμα της βεντέτας.”

Έγραφε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας που κρατούσα στα χέρια μου. Στην φωτογραφία ένα παληκάρι κοντά στα χρόνια μου βρισκόταν πεσμένο χάμω........ Μέσα στα αίματα........ Νεκρό...........
Κρίμα να χάνονται νέοι άνθρωποι έτσι. Κρίμα να ριμάζεται ο τόπος μας. Κι ακόμα πιο κρίμα να μην αντιδράει κανείς. Να μην μιλάει κανείς. Να μην φέρνει κανείς αντίρρηση. Τέτοιες ώρες η σιωπή είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου.
Ωχ, συγγνώμη! Ξέχασα να σας συστηθώ. Είμαι ο Στυλιανός. Ετών 23. Το γένος Μαυραγαράκη. Γέννημα θρέμμα της Κρήτης. Μεγαλωμένος στο μίσος και την εκδίκηση. Θύμα κι εγώ της........βεντέτας.
Και τώρα θα αναρωτιέστε ποιας βεντέτας. Της βεντέτας, λοιπόν, που εδώ και 200 χρόνια αποδεκατίζει την οικογένειά μου. Της βεντέτας που έβαψε όλο το νησί με το αίμα των δικών μου και των Λεοντακάκηδων.
Η ιστορία λέει πως πριν 200 χρόνια περίπου ο Αντώνης Μαυραγαράκης έκλεψε την Ιωσηφίνα Λεοντακάκη. Η οικογένειά της θεώρησε την πράξη αυτή μεγάλη προσβολή και ατιμία. Σκότωσαν τον προπάππου μου και κάπως έτσι, ο Χάροντας έγινε μόνιμος κάτοικος του χωριού μου. Κάθε νεκρός της μίας οικογένειας σέρνει μαζί του κι έναν νεκρό της άλλης. Και πάει λέγοντας. Μπαλωθιά για μπαλωθιά. Νεκρός για νεκρός.
Βέβαια, η βεντέτα έχει τους δικούς της νόμους και κανόνες. Γυναίκες και κοπέλια δεν πειράζει κανείς. Γι’ αυτό γεμίσαμε χήρες κι ορφανά. Και πως από κοπέλι γίνεσαι άντρας; Όταν τραβήξεις για πρώτη φορά την σκανδάλη. Τότε παύεις να λέγεσαι παιδί. Τότε παύεις να είσαι άνθρωπος.
Μικρός σαν ήμουνα δεν τα καταλάβαινα αυτά. Ώσπου πάτησα τα 5 μου. Εκείνη την εποχή, το μίσος φούντωσε. Το αίμα έγινε ποτάμι. Χείμαρρος ορμητικός, έτοιμος να μας πνίξει ούλους στο διάβα του.
Ο μεγαλύτερος αδερφός μου μαχαιρώθηκε από τον Γιώργη Λεοντακάκη. Αιτία; Η γυναίκα του. Πάντα η αιτία είναι μια γυναίκα. Την επόμενη μέρα, οι δικοί μου έκαψαν τον στάβλο των Λεοντακάκηδων και μαζί δυο απ’ τα κοπέλια τους. 15 και 16 χρονών. Οι νόμοι της βεντέτας καταπατήθηκαν. Τα επόμενα χρόνια σφραγίστηκαν από δύο μονάχα χρώματα: κόκκινο και μαύρο.
Η μάνα μου πάνω στην απελπισία της να μην χάσει κι άλλους γιούς, έστειλε εμένα και τον μικρό μου αδερφό, τον Μιχάλη, μακρυά της. Εγώ γύρω στα 6 και ο Μιχάλης βρέφος. Μόλις είχε γεννηθεί. Μεγαλώσαμε σ’ ένα μοναστήρι στην άλλη άκρη του νησιού. Εκεί έμαθα να καλλιεργώ την γη.
Έγινα αμπελουργός. Αγάπησα το σταφύλι και το κρασί του όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Έδινα στο φυτό όλη την αγάπη που στερήθηκα στα παιδικά μου χρόνια. Ναι, στο μοναστήρι μας πρόσεχαν και μας ανάθρεψαν σωστά, αλλά την αγάπη και την στοργή της μάνας μου, ποιος μπορούσε να μου την δώσει; Κανείς!
Ο καιρός πέρασε και η οικογένεια μας χρειάστηκε. Γυρίσαμε πίσω. Εγώ στα 20 και ο Μιχάλης 14. Ο πατέρας μου επέμενε πως ο μικρός έπρεπε να μείνει στο μοναστήρι λίγο ακόμα. Μα, έλα που τα νιάτα το “όχι” το ακούνε για “ναι”. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου πίσω στο χωριό, ζούσα με το ίδιο άγχος κάθε μέρα: μην πάθει τίποτα τ’ αδέρφι μου.
Μολυνθήκαμε και εμείς με το μίσος. Γιατί τι νομίζετε πως είναι το μίσος; Ένα μικρόβιο. Σαν την μπάστρα και την ίσκα. Σε προσβάλει κι άντε μετά εσύ να γλυτώσεις χωρίς ίχνος φυτοφάρμακου. Διψούσα για εκδίκηση. Για τα αδέλφια, τα ξαδέλφια, τα ανήψια, για όλους όσους έχανα.
Είδα τον θείο μου να πεθαίνει με 4 σφαίρες. Τον πρωτοξάδελφό μου να σφάζεται σαν μοσχάρι. Ο δολοφόνος του να τον περιφέρει σαν τρόπαιο μέσα στην πλατεία του χωριού. Ξυπνούσα και αναρωτιόμουν σε ποιανού κηδεία θα πάω. Μέσα σ’ ένα χρόνο η μπερέτα έγινε προέκταση του χεριού μου.
Κι όμως, δεν είχα ακόμα σκοτώσει. Ούτε καν για ν’ αμυνθώ. Δεν ένοιωθα ελπίδα. Δεν έκανα όνειρα. Δεν ερωτευόμουν. Φοβόμουν μην μου την φέρουν νεκρή. Ήξερα πως εμείς -τα κοπέλια και των δυό οικογενειών- δεν είχαμε δικαίωμα να ζήσουμε σαν κανονικοί άνθρωποι. Δεν μας επιτρέποταν ν’ αγαπήσουμε. Δεν μας άξιζε να κάνουμε παιδιά. Έπρεπε να πάμε όλοι στο διάολο. Να χαθούμε μια για πάντα. Μονάχα έτσι θα ηρεμούσε ο τόπος από ‘μάς.
Δυστυχώς, οι εφιάλτες μου έγιναν πραγματικότητα. Την ερωτεύτηκα περισσότερο κι από τ’ αμπέλια μου. Παντρευτήκαμε γρήγορα. Δεν είχαμε χρόνο για χάσιμο. Άλλωστε, για ‘μάς ο χρόνος μετράει αντίστροφα σαν ορολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει. Είχα αφεθεί πλήρως. Είχα πιστέψει πως θα μέναμε ζωντανοί. Πως θα επιβιώναμε. Μέγα λάθος!
Ήταν έγκυος. Ερχόταν να μου το πει. Έλαμπε μες στο κατάλευκο φορεμά της. Τα μαλλιά της ξέπλεκα. Κατάξανθα. Άστραφταν καθώς οι αχτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω τους. Φάνταζε σαν νεράιδα βγαλμένη από λα’ι’κό μύθο. Με βρήκε στο χωράφι μας. Ετοίμαζα τα αμπέλια για την νέα χρονιά.
Κι ενώ εγώ ζούσα το παραμύθι μου μαζί της, τα μαύρα σκυλιά ετοίμαζαν την επίθεσή τους. Από το πουθενά άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Οι άτιμοι είχαν το θράσσος να μου στήσουν ενέδρα μέσα στην ίδια μου τη γη. Ήθελαν τον θάνατό μου. Θα ήταν η απάντησή τους για τον χαμό του τελευταίου τους νεκρού.
Στάθηκα μπροστά της και έβγαλα το όπλο μου. Ήταν η γυναίκα μου κι έπρεπε να την προστατεύσω. Οι σφαίρες μου βρήκαν 3. Πρώτη φορά σκότωνα άνθρωπο..........ανθρώπους, βασικά. Αισθανόμουν........κρύο, κενό. Ξάφνου κάποιος με σημάδεψε. Εκείνη με έσπρωξε και μπήκε ανάμεσα. Ένας κατακόκκινος λεκές λέρωσε το φόρεμά της. Βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Άρχισα να τραβάω τα μαλλιά μου. Να ουρλιάζω. Να κλαίω. Όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν. Ήταν μια στάλα ευτυχίας μέσα στον πάτο της Στύγας. Μια παραίσθηση που τέλειωσε άδοξα.
Πλέον, μου είχε απομείνει μονάχα ο αδερφός μου. Η μόνη οικογένεια που είχα για να προστατέψω. Δεν ξέρω πως είναι οι συνηθειές σας ανά τον κόσμο, αλλά για μας στην Κρήτη η οικογένεια είναι πράγμα ιερό και βρίσκεται πάνω απ’ όλα.
Η προστασία του Μιχάλη έγινε αυτοσκοπός και ο μόνος λόγος υπαρξής μου. Εάν έχανα τον αδερφό μου, θα εξαφανίζονταν και το έλαχιστο ανθρωπιάς που κρυβόταν μέσα μου. Το θάνατο της γυναίκας μου δεν τον εκδικήθηκα. “Να μην χυθεί άλλο αίμα”, είπα.
Έβραζα. Ολόκληρη η οντότητά μου εξελίσοταν σε αγρίμι. Σε κάποιον που λίγα χρόνια πριν δεν θ’ αναγνώριζα ως εαυτό μου. Πάλεψα σκληρά να μην πάθει κάτι το στερνοπαίδι της μάνας μου. Να μην τον ντύσει γαμπρό μέσα σε φέρετρο. Όμως, έχασα.
Ο Μιχάλης μας ερωτεύτηκε. Δυστυχώς, ερωτεύτηκε την........Εριφύλη Λεοντακάκη. Δεν έπρεπε και το ήξερε. Μα, ο σβεντάς είναι φορτίο βαρύ και μόνο οι κουζουλοί μπορούν να τον αντέξουν. Τα δυο κοπέλια απάνω στην απελπισία και τον φόβο πως ποτέ δεν θα είναι μαζί, αποφάσισαν να δώσουν τέλος στην ζωή τους. Ο αδερφός μου πήδηξε πρώτος στο γκρεμό. Η Εριφύλη δεν τόλμησε. Λίγο αργότερα πέθανε από το βόλι του παππού της. Ήταν ντροπή ν’ αγαπήσει έναν δικό μας και αυτά οι Λεοντακάκηδες τα ξεπλένουν με αίμα.
Έτσι, το αγρίμι μέσα μου έφτασε την ολότητα. Γέμισα θυμό, μίσος και δίψα να τους δω ούλους να καίγονται στην κόλαση. Σκότωσα τον δολοφόνο της γυναίκας μου. Και μετά..........ξανασκότωσα......... Και πάλι ξανά.......... Και ξάνα............ Τα χέρια μου μπόλιασαν απ’ το αίμα.......... Μέχρι που ήρθε η Θεία Δίκη και για μένα.......

“ Νεκρός από πυροβολισμούς βρέθηκε ο Στυλιανός Μαυραγαράκης, ετών 23. Άλλο ένα θύμα της βεντέτας.”

Κι από κάτω η φωτογραφία μου........ Γεννημένος στο αίμα......... Νεκρός μέσα σ’ αυτό......... Με τα μάτια ανοιχτά.......... [I][/I]

Δημοσίευση στο stixoi.info: 17-11-2016