Νέκυια

Δημιουργός: ΕΛΠΗΝΟΡΑΣ

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info


ΝΕΚΥΙΑ


Εγώ δεν είχα οδηγό την Κίρκη, ούτε 'πήρα
για τη θυσία σφάγια, συντρόφους για παρέα.
Με ένα φίλο μου καλό το ρίξαμε στην μπύρα,
και..ζαλισθείς στην αγκαλιά έγειρα του Μορφέα.

Εκείνος όμως,..τσαντισθείς,στον Όνειρο με δίνει.
-Τζίφος, του λέει, η δουλειά! Πάρτον τον τιποτένιο.
Νόμιζα, με τον νεαρό, πως..κάτι θε να γίνει,
όμως, ο άτιμος, φορά...σώβρακο σιδερένιο!

-Τι λες! Το παίζει ξύπνιος! Για κοίτα το καθίκι!
Μα,..φαίνεται ο άνθρωπος. Χωριάταρος! Στραβάδι!
Κι ευθύς με καταδίκασε, [ χωρίς να γίνει δίκη ].
-Εις θάνατον, ο κερατάς! [ Και..βρέθηκα στον Άδη ].
---------------------------------
Εκεί, [ είναι απίστευτο! ],ωσάν του Οδυσσέα,
επάνω στον Ελπήνορα, και 'με, το μάτι πέφτει!
Κοίταξε, [ λέω ] σύμπτωση! Ευρήκα και παρέα!
Μα, δυστυχώς, εκοίταζα...μέσα σ' ένα καθρέφτη!

Διέγραψα την αναποδιά! Ο μάντης έχει πια σειρά.
Βαδίζοντας προσεκτικά σε μια καλύβη μπήκα.
Ήτανε ξάπλα μια γριά.Κοιτώ καλά, και..τι χαρά!
Τον Τειρεσία έψαχνα και...την Κρικέτου βρήκα!

- Αγία 'Θανασία μου! Μην είν' η φαντασία μου;
Πως..θα βρεθείς εδώ, εσύ, κανένας δε φαντάστη'!
- Γνωστή, η ιστορία μου. Τί κάν' η εκκλησία μου;
Ας όψεται..ο αίτιος! Κι έδειξε...προς τον Πλάστη!

Το χτύπημα του αν δεχθείς,σκληρό πολύ,θε να το βρεις!
Η Θανασία ψεύτισα ποτέ της δεν επιάστη'
Πράγματι. Είναι ν' απορείς! Πώς ξύπνησα τόσο νωρίς;
Κοιτάζω, και, η μάνα μου ...εκράδαινε τον πλάστη!

Σήκω, βρε ανεπρόκοπο, κοντεύει να ΄ρθει βράδυ!
Και ένοιωθα, στον πισινό, του πλάστη της το χάδι.
Ανοίγει το παράθυρο,..έξω πυκνό σκοτάδι.
Βρε μάνα τι με ξύπνησες, καλύτερα.... στον Άδη!

Δημοσίευση στο stixoi.info: 10-02-2018