Νανούρισμα - Μοιρολόι

Δημιουργός: ειδεμή, curious Λαμπρινή Τενεδίου

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Νανούρισμα - Μοιρολόι 2012


Έχει ο χρόνος το δικό του μέτρημα,υψώνω το άλλο βλέμμα,
το τρίτο μάτι και χαμηλώνω πάλι σκέψη στη γεμάτη μου αγκάλη
σε αποκοιμίζω τρυφερά,ύπνωσε μές στην αγκαλιά μου,ύπνο
βαθύ και χιλιομυρωμένο,τέτοιον που η νύχτα ούτε αυτού,ούτε
του άλλου κόσμου να τον σκιάζει.

Ύπνωσε τέκνο της ψυχής μου,με τόσους κρύφιους στεναγμούς
και πίκρες στέρησης θρεμμένο,θρέψου μα ήσυχα κοιμήσου,σε
αποκοιμίζω τρυφερά,πόσα άσματα έχει η καρδιά κι άλλα τόσα
ο λογισμός να βάνει,ούτε η στερνή μου ώρα δεν τα σταματά κι
ας έχει ο χρόνος το δικό του μέτρημα.

Σε ένιωθα στα σπλάχνα μου - φλόγιζαν - καθώς γεννιόσουν,
καθώς αναδευόσουν της πίκρας μου παιδί..και τώρα απαλά
το μάγουλό σου,..πάνου στον κόρφο μου απλώσου,πως σε
κρατώ κι αδημονώ,τα δάχτυλά σου σφίγγω,πάνου στα δικά
μου τα μετρώ κι ας έχει ο χρόνος το δικό του μέτρημα,με
δάκρυα σε νανουρίζω,μη σε ξυπνήσω,μή!...Πριν να σου δώσω
όλο τον καημό...για να τραφείς,να τρανωθείς και να μαυροφο-
ρέσεις,τη ζώνη σου όταν θα ζωσθείς,σαν άντρας πιά,τα χρώματα
- για να κινήσεις - του πολέμου.

Πόσα τα όπλα που κρατάς; ...Δεν το ορώ και δε γροικώ έξωθεν
της φωνής μου και σου αλυχτώ νανούρισμα και μοιρολόγι,εγώ
σε τρέφω ακριβό μου,θρέψου και μέγας γίνε,ισχυρός στη γη
και προπορεύσου.Ναι! Μαύρο το γάλα μου σε θήλασε αίμα
πηχτό και νιό και παλαιό που κύλησε,αντί αριθμούς,σε άβακα
της συμφοράς,μετρούσε χρόνους ζοφερούς,θέρο και τρύγο
και χιονιά - καρπούς - Θέε μου,έπος της καταστροφής και έπος
του οχτρού.


Κι έλεγα η δόλια,θά'ρθει;Θέ νά'ρθει;Μα άμποτε νά'ρθει η στιγμή
και...κάνε το από Σένα νά'ναι - τι παραλογισμός - να ανδρωθεί κι
από τη μαύρη μάνα του,να απογαλακτιστεί,σαν γίγαντας και
ισχυρός δώς μου τον Θεέ,τον θέλω νά'ναι!Νά'χει σκουτάρι σφυ-
ρηλατημένο και ξίφος κι από φως του πάνου κόσμου κι από
φωτιά του άδη γανωμένο,η απώλεια να μην τον έβρει,πριν
σημαδέψει,πριν μακελέψει,νά'χει ορμή,νά'χει και λάβρα,..μα τα
βήματά του να μετρά προσεχτικά,πριν εξορμήσει,νά'χει και
μυστικό και δίγλωσσο μαχαίρι - ετοιμοπόλεμο κι ακονισμένο -
σε κρύφια θήκη,πριν να χυμήσει - στον οχτρό - δώ μου τον
Θεέ,τον θέλω νά'ναι!Τί παραλογισμός,τέτοια να σου γυρεύω.


Νά'ναι η θωριά του έμορφη,λεβέντικη,να ξεγελά,..πλανεύτρα
- μαύρο διαμάντι φορεμένο και μαύρης πέτρας λάμψη -...μα
κι ο ίσκιος του να την ετρέμει ακόμα κι απ'όλους,όσους γνώ-
ρισα ποτές,ο πιο αντρειωμένος που αναδείχθηκε στην ώρα
του πολέμου,νά'ναι το βλέμμα του αστραποβόλο,να σκοτει-
νιάζει όμως όποιονε στραβά τον εθωρεί και η φωνή σαν
σείεται,βουνά και όρη να κινεί,...σαν γοργοπόδαρος ξεχύνε-
ται στη μάχη.

Όλους να τους νικά,ναι!Της σωφροσύνης όμως τα ποδήματα,
πάντοτε να φορεί στα δυό του πόδια...και να κατέχει την εγκρά-
τεια του συνετού πολεμιστή,πότε να αποτραβηχτεί και πότε να
εφορμήσει!Ποδάρια στιβαρά με λάβα στιλβωμένα και η καρδιά
του ατρικύμιστη και σταθερή στο στόχο,ποτέ να μη δειλιάσει,
να μην πισωπατήσει!Της φρόνησης ωστόσο να ντύνονται το
θάρρος και το μένος τα φτερά κι όχι αλόγιστα να την ξοδεύει
την ισχύ του - μην πά και σβήσει το φονικό του πάθος ξοδεμένο -
και τη νυχτιά του φόβου -... αξημέρωτη για άλλους άστη - για αυτόν
ποτέ ας μην τη νιώσει η μαύρη,η ψυχή του.

Λύσσα σε τάιζα,άδικο σε έθρεψε,δές πως μου θέριεψες στο ανάστημα
και ύψος πήρες!Έβγα για να θερίσεις θερισμό μοναχογιέ και πίσω χωρίς
νίκη μη γυρίσεις!...Μα για τα σέ,δε σκιάζομαι ακριβέ μου,..έτσι το λέγω
νουθετικά,για το νανούρισμα του ύπνου σου μονάχα,φρονώ πως με τόσο
μένος,τόσηνε οργή,νικητής θα μου'ρθεις πάλι πίσω και όχι πισώπλατα
θέ νά'σαι λαβωμένος,ή νεκρός,πάνου σε πλουμισμένη ορειχάλκινη ασπίδα
- ο τάφος σου - κι αλύτρωτος,ηττημένος αιώνια να κοιμάσαι.


Ξέρω πως όποιος θήλασε με μαύρο γάλα ζόφο,ορθό οχτρό στο διάβα του,
ποτέ δεν αψηφά και δεν περιφρονά(ει)!Στάσου παιδί μη βιάζεσαι και ύπνωσε
λίγο ακόμα.δίχως του λήθαργου όμως τη λησμονιά,σε κούνια μαύρη,πένθιμη
που σε λίκνισε...μ'οργή,μαύρη αγκαλιά και ζοφερή που αγκυλώνει,ύπνωσε
...μίσος μου σε νανουρίζω και μοιάζει το νανούρισμα σαν θρήνου μοιρολόγι,
σαν από κάποιου τη ζωή ν'αφαίρεσαν πολλά κι άλλα τόσα να πρόσθεσαν
σε πίκρες και σε λύπες και φτύνει σάπιο αίμα,ρουφώντας δηλητήριο,απομυ-
ζώντας την πληγή του πόνου,τη λύσσα του να τρανέψει.


...Μα μη σε νοιάζει γιόκα μου,σύ θε νά'σαι πιο μαύρος κι απ' το θρήνο,..'σένα
σε λένε 'Μίσος'!...Και σε γαλούχησα πάντοτε συνετά,...να κρύβεσαι όταν
μικραίνεις,αδύναμος κι ανίσχυρος να μην αφανιστείς,...μα ακόμα κι έτσι...να
θεριεύεις - φλόγα σιωπής - της μαύρης μάνας σου είσαι καμάρι,μαύρης μου
πέτρας φυλαχτό καρδιάς και αποκούμπι,του γδικιωμού ελπίδα κι αβυσσαλέα
θάνατου χαρά και δολερής μου προσδοκίας προσμονή,στο φως του σκοτεινού
μου ήλιου σαν σε κοιτάζω,...λάμψη που σπέρνει το κακό και το σκοτάδι...κι
ύστερα πάλι μέσα μου σε κρύβω με μάνητα και βιάση,στο στήθος μαύρο πολύ-
εδρο διαμάντι,...των πόνων μου το αντίτιμο,....εσύ αντί για μέ,να δρέψεις με ορμή,..
...αιτέ-ερημωτή!

Κι...όταν νικηφόρος απ'τη μάχη αντρειωμένε μου επιστρέψεις,τότε σοφότερα κι
εγώ θα σ'ορμηνέψω ακόμα και τ'άλλο μυστικό...να κατακτήσεις,..πώς νύφη νά'βρεις...
...και το δικό σου σπιτικό να χτίσεις,..θεμέλια βαθιά,σπορά και θερισμός,..μίσος μου
τρομερό και τέκνο αγνό...της μαύρης βούλησης και σκέψης,φύλο δεν έχεις και
σ'όλες τις καρδιές γεννιέσαι και ενεδρεύεις το καρτέρι σου,..μέχρι τη μέρα που
θερίζεις σαν θεριό...κι όλα στο διάβα σου τα παρασέρνεις,είναι γραμμένο με μαύρο
χρώμα από της πεπρωμένης τύχης τον τροχό,..νά'χεις καρπούς σ'όλη την οικου-
μένη,..μιλιούνια φίλους,απόγονους,συμμαχητές,να είσαι ξακουστός!Θεμέλια γερά,
σπορά και θερισμός,τέκνο μου τρομερό!

...Ένα σου λέγω τελευταίο γιόκα μου,πολυαγαπημένε,..εγώ η γραία μάνα σου,που
κλαίγω,ολολύζω,..σε νανουρίζω και θρηνώ,δαγκάνω χείλη μελανά απ' τον καημό κι
αδημονώ,..σαν μεγαλώσεις κι αντρωθείς,...μόνο απ'όναν άξιο οχτρό φυλάξου,..σε
ξορκίζω - στα αστραποβόλα μάτια σου που σκοτεινιάζουν κι όλεθρο σκορπάνε σ'
όποιον...τα στραβοθωρεί -...από τον σπόρο της αγάπης...και της αγάπης τον καρπό,
...δεν ημπορείς να τον νικήσεις εκέιθε...που υπάρχει και ριζώνει...κι άμποτες καρπίσει,
τον οίκο σου σ'όλη την οικουμένη θα...αφανίσει,...τις ρίζες του με λύσσα να ξεριζώνεις,
...τα σπόρια του μ'οργή να τα χαλνάς,όπου τ'ανταμώνεις,'Μίσος' μου τρομερό και άγριο
και...πικρααυγή!


...Και ο Θεός ακόμη χαμογέλασε με τη μωρία σου εαυτέ μου!: - Έχει - όμως εσκέφθη -
στιγμές αναλαμπής,..υπάρχει ελπίδα για αυτό το δόλιο σκεύος,..αν του δοθεί η στιγμή,
- δάκρυσε κι αναστέναξε- πολλής χρόνος χρειάζεται στα πλάσματα της γης.Κάθε Του
αναστεναγμός...και μιά παράταση,...ο χρόνος σου στην άγρια τούτη ζήση,κάθε ανθρώπινη
αναλαμπή και μιά σπορά κρυφή,...ίσως μιά ρίζα αγάπης που ριζώνει σε έδαφος στεριωμένο
...κι ας έχει ο χρόνος τα δικά του να μετρήσει,πάλη ατέρμονη και δεν τους πρέπει ανταπόδοση,
απ'το θνητό πρόσκαιρο χέρι,μές απ'το μίσος πώς να το σβήσει το κακό;...Ας είναι μόνον απ'
του χρόνου του αθάνατου,το αδυσώπητο αλισβερίσι,...η πλάστιγγα στο ζύγι υπέρ του δίκιου...
να ζυγίσει...κι εγώ στον φτωχικό τον κήπο μου,...ας σπέρνω ακόμη σπόρο και ανθό,δέντρο
να καρπίσει,..ίσως και (να) δούμε κάποτε Θεού πρόσωπο,...θά'ναι ένα δύσκολο ταξίδι...















Δημοσίευση στο stixoi.info: 21-02-2020