Οι Μοίρες

Δημιουργός: Νικηφόρος Ουρανός 38

Την αγάπη μου σε όλες τις φίλες και σε όλους τους φίλους!

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

( ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ )

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ

Της νύχτας οι κόρες, σκιές μαυροφόρες,
με βραχυκυκλώνουν απ’ το πουθενά.
Χορεύουν, γελάνε και μου τραγουδάνε,
νεκρών ραψωδίες, συχνά και πυκνά.

Μου λεν’ το ταξίδι τελειώνει
και μαύρο μού στρώνουν σεντόνι.

Η Άτροπος σόλο, σε ύπουλο ρόλο,
κραδαίνει ψαλίδια, σκληρή - απηνής.
Με δήμιου όψη, ποθεί να μου κόψει,
το νήμα της ζήσης μου, της ταπεινής.

Αδύναμος νιώθω στη μάχη,
απέναντι σε μιά αντρομάχη.

Η Λάχεση θύτης, που με το ραβδί της,
μετράει το εύρος του χρόνου που ζω.
Σα λύκος μουγκρίζει και μου ψιθυρίζει,
πως ξένων τα κύτταρα απομυζώ.

Κι αφού δε μπορώ να παλέψω,
μου κραίνει θα σε ξεπαστρέψω.

Η μοίρα η τρίτη, τον αιματοκρίτη
να πέσει, να σβήσει ταχιά προσπαθεί.
Κλωθώ τη ρωτάω, γιατί περπατάω,
σε ρούγες που έχουν σκοτάδι βαθύ.

Σα μπάστακας στέκει εμπρός μου,
μουγκή, στυγνή και εχθρός μου.

Μα νά κι ο Μορφέας, δεινός Προμηθέας,
με βλέπει δεσμώτη και με οδηγεί.
Μαζί με το Χάρο, σε ξύλινο κάρο,
ψυχρή αγκαλιά σου, μανούλα μου γη.

Μεταξύ ζωής και θανάτου,
απαρχή της καιόμενης βάτου.

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. Σ.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 17-11-2020