Το Γηροκομείο

Δημιουργός: CHЯISTOS P, soɯıpǝʇuǝd soʇsıɹɥɔ

Μου το είχε δώσει παλιά ένας παππούς της γειτονιάς μου και το καταχωρώ, έτσι για να βρίσκεται και να το μοιραστώ μαζί σας.

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Το Γηροκομείο

Πήγα να δω από κοντά ένα Γηροκομείο,
να δω αυτούς που πάλεψαν μες της ζωής τον βίο.

Είδα τα πρόσωπα χλωμά, βαθιά ρυτιδωμένα,
είδα τους ώμους τους κυρτούς και τα κορμιά φθαρμένα.

Κι από την περιέργεια, από την απορία
πιάνω ρωτώ έναν παππού να πει την ιστορία.

Παππού συγχώρεση ζητώ γι’ αυτό που θα ρωτήσω,
καλά, πως έφτασες εδώ; Δεν έχεις άλλους πίσω;

Δάκρυα μαύρα χύσανε του γέροντα τα μάτια
που την καρδιά μου σκίσανε, την κάνανε κομμάτια.

Κι’ αρχίζει τότε ο παππούς μες τ’ αναφιλητά του
να λεει τα παράπονα πού’ χει απ’ τα παιδιά του.

-Πέρασα βάσανα καημούς φαρμάκια κι’ αγωνία
σαν το θεριό παλεύοντας μέσα στην κοινωνία.

Και όσους τότε ανάθρεψα με τις δικές μου πλάτες,
τώρα τους είμαι βαρετός και με πετούν στις στράτες.

Μην απορείς και σκέπτεσαι, δεν ξέρεις τα στερνά σου,
ίσως φερθούν χειρότερα σε σένα τα παιδιά σου.

Και τότε θα με θυμηθείς και με καρδιά θλιμμένη,
το Κρατικό το Ίδρυμα, θα πεις, με περιμένει.

-Συγχώρεση ζητώ ξανά, παππού, να φύγω τώρα λεω
κι’ αμέσως φεύγω τρέχοντας να μη με δει που κλαιω.

Σκέφτομαι και μονολογώ, και λεω κάθε μέρα,
μπρος στο συμφέρον τα παιδιά, πετούν και τον πατέρα.

Τα λόγια που είπε ο παππούς μες την καρδιά μου καίνε,
άρα της μοίρας τα γραφτά ποιος ξέρει τι να λένε.

Και κει που λέμε τα στερνά πως θα’ ναι μεγαλείο,
ίσως τα μάτια κλείσουμε σ’ ένα Γηροκομείο.

Βασανισμένη μου καρδιά και πικραμένο σώμα,
πως ήσουν, πως κατάντησες, πώς θα γενείς ακόμα !…
-.-

(αγνώστου)

Δημοσίευση στο stixoi.info: 26-01-2007