Παραπατώντας

Δημιουργός: Ίμερος, Μιχάλης Κάρος

αγαπητοι φίλοι από σήμερα 1-1-05 σας δηλώνω ότι δε δέχομαι ανώνυμα και ανυπόγραφα ή λατινογραφή σχολια ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Φαρδύς πλατύς τ' ανάσκελα
κι τσάντα πάρα πάνω
να την προφτάσω ήθελα
μα τώρα δεν προκάνω

μέχρι να σηκωθώ μου έφυγε
και τώρα τι θα κάνω
κόσμος γύρω μαζεύτηκε
κι εγώ πετιέμαι απάνω

ψάχνω να βρω την όψη της
τρεκλίζω παραπαίω
για το κακό που έπαθα
ο άμοιρος δεν φταίω

τρέχω να βγω εμπρός
στου δρόμου το φανάρι
μήπως προλάβω να τη δω
πριν τη στροφή να πάρει

μα ξάφνου που στεκόμουνα
από μέσα μου προβάλει
το πόδι του τ' αριστερό
κι ένα μικρό κεφάλι

τρομάρα που με έπιασε
φαντάσματα να βλέπω
σε κάποιον άλλο μίλησε
λυγοθυμώ και πέφτω

μπα θα 'ναι από το χτύπημα
το πρώτο συλλογιέμαι
τα μάτια άνοιξα γοργά
που είμαι αναρωτιέμαι

στον ίδιο δρόμο βρίσκομαι
στο ίδιο το φανάρι
ο κόσμος παει κι έρχεται
εκεί που 'χω παρκάρει

αναμπουμπούλα γίνεται
κανείς δε με προσέχει
σαν κάποιος να με πάτησε
αλλά για κείνον πέρα βρέχει

να σηκωθώ ζητάω βοήθεια
σε έναν που περνάει
μα ούτε μια προσπάθεια
πως κεφαλή γυρνάει

του βάζω μια φωνή
που είν' η ανθρωπιά σου
μήτε γυρίζει να με δει
κι έμεινα στον άσσο

να δεις που στον επόμενο
τρικλοποδιά θα βάλω
να πάθει ότι έπαθα
δεν τους αντέχω άλλο

έρχεται ανυποψίαστος
και κάνει πως δε βλέπει
το πόδι άπλωσα μπροστά
μα μέσα του εκείνος στέκει

είχε ανάψει κόκκινο
σε κείνο το φανάρι
το χέρι σήκωσα ψηλά
τον πιάνω απ' το ζωνάρι

έτσι για λίγο νόμιζα
πως κάπως τον κρατούσα
μα ένα χέρι έχασα
και είδα πως δε ζούσα

ένα άσπρο σύννεφο
βλέπω να με τυλίγει
και σαν δημίου σύνεργο
ομίχλη που με πνίγει

-^--^----^-----______μπιιιιιιπ

Δημοσίευση στο stixoi.info: 01-01-2005