Κρύβομαι

Δημιουργός: Αλέξανδρος, Αλέξανδρος

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

[I][align=center]Κρύβομαι καλά και δε της στέλνω
χεροκαλούδια και νερομπογιές
μα κρύβομαι μαύρες νύχτες που

της τραγουδούν πως έρχονται αυγές
με ανέφαλα ασημικά, ίσως γαλανά,
τεκμήρια με εκδοχές, κτήματα του

Κρόνου ενός Δία, φωνάζει: «να,
πέθανα, μαύρα φοράς συνέχεια,
και τα γένια φυλαχτό αφύλαχτο».

Έμαθα να ζω μες στην ανέχεια
και φοβούμαι να βρω λιγάκι γέλωτα,
σκαμπίλι του καιρού μου αδίσταχτο

πως διαβαίνεις έγκαιρα στ’ αμέλωτα
γλυκά της γιαγιάς και του παππού,
δε θέλω να δω που κρύβομαι

γιατί αλήθεια κρύβομαι παντού
σαν φάντασμα στην ύλη δεν υφίσταμαι
αν και συχνά πυκνά που θλίβομαι.

Σαν πρόσφυγας στο λόγο ανθίσταμαι
βαρέθηκα κι ίσως μετά να πεταχτώ
εκεί που αφήναμε μικρά ιδρώτα, χώματα,

βαρέθηκα κι ίσως τώρα να πεταχτώ
σαν νυχτοπούλι των Χετταίων
εκεί που αφήναμε μεγάλοι ιδρώτα, χρώματα,

θυμήσου μοναχέ, άλγος αυτό ωραίον,
μα ποιο γαϊδούρι ξεσαμάρωτο μιλά
βουνοκορφές σαν καβαλάει;

Καιρός μου που βάναυσα κυλά,
καιρός της που πίσω με γυρίζει,
καιρός χαρταετός κρυφά κυλάει,

κρύβομαι, κρυφτό που με ζαλίζει,
φρονώ πως είναι αυτό το κείμενο
που γράφω με το χέρι της σάπιο

χαίρε άθλιο, δειλό υποκείμενο
σε κενοτάφιο μαζί της ζω,
ρωτά: «Υπάρχει ένα, κάποιο;».

– Όχι αφού κρύβομαι εδώ.[/align][/I]

Δημοσίευση στο stixoi.info: 08-02-2009