Άκουσες της νύχτας τη φωνή
βγήκαν οι σκιές μέσα απ’ τα δάση
Πέρασ’ ο καιρός κι έχεις ξεχάσει
πώς να ψιθυρίζεις στη σιωπή

Μάτι κόκκινο απ’ την αγρύπνια
έχασες στου χρόνου τη ζαριά
Μάγισσες σου πήραν τη μιλιά
σου χαρίσαν’ άχρηστα ενύπνια

Κράτησε ασάλευτο το νου
σαν σειρήνα σε καλεί μια σμέρνα
δέσου στο κατάρτι σου και πέρνα
απ’ τις συμπληγάδες του βυθού

Λύσε του Αιόλου τους ασκούς
και το χέρι πάτα στη σκανδάλη
SOS σε αδειανό μπουκάλι
στείλε στης ζωής τους ναυαγούς

Ψάξε μονοπάτι απάτητο
απ’ τα βλέφαρα διώξε τον ύπνο
Φίλα τους προδότες σου στο δείπνο
xάραξε πορεία για το άρρητο

You have heard the voice of the night
the shadows have come out of the forest
Time has gone by and you have forgotten
how to whisper in the silence

Eyes red from sleeplessness
you lost at the dice game of time
Witches took away your power of speech
and gave you back useless sleep-sights

Keep your mind clear
a sharp-toothed eel is calling to you like a siren
Tie yourself to your mast and get past
the Sympligades of the deep

Untie Aiolos' windbag
and put your hand on the trigger
An SOS in an empty bottle
send that to the ones that life left shipwrecked

Look for an untrodden path
push sleep away from your eyelids
At supper, kiss those who betray you
and set your course for the ineffable.

Geeske © 19.10.2005

Εκτύπωση από: