Είν’ ο καιρός σκέψη που σπάει
μάτι που ξενυχτάει, είναι φωνή που κλαίει.
Σαν συγγενής τρελός στη φυλακή
σαν μια ντροπή, κάτι που καίει.

Eίναι καιρός το σώμα αυτό που απορεί
που αδυνατεί και δεν νικάει
μες στο πηγάδι σαν κοιτάει
τραβάει τον εαυτό του και ρωτάει, και ρωτάει:

Ποια μυστικά μας έμαθε η σιωπή;
Ποιος τα πληρώνει αυτά; Ποιος μας κοιτά;
Ποιανού τροφή τα λόγια μας αυτά;
Ποιος μας κοιτά και δε μιλά;

Eίναι ο καιρός μακριά διαδρομή
ανάγκη μια στιγμή και πόνος ξένος.
Eίν’ η χαρά στα μάτια ενός παιδιού
το φως του φεγγαριού, το ναι του διπλανού.
Παράθυρο ο καιρός, λάγνος Θεός κι εχθρός.

Time is - is a thought breaking, an eye open all night,
it is voice weeping
like a mad cousin in jail, like a shame,
something burning

Time is - is this here body astonished
at losing its strength and not winning
looking into the well
it drags along its self and it's asking asking

What secrets did silence teach us
who is paying for them, who is looking at us
whose food are these words of ours
who is it, looking at us and not speaking

Time is - is far to go, the need of one instant
and the stranger pain
it is joy in a child's eye, the light of the moon
the neighbour saying yes
time: a window, a lusting God, an enemy.

Geeske © 18.01.2006

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info