Charis (Anagnostakis)

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας.
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα `ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.
Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.
Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι.
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: "Πέθανε ο Xάρης",
"σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο, λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα `χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας.
Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.
Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν.
Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο. Κι ο Xάρης σκοτώθηκε.
Φύγανε κι άλλοι. Μας ήρθαν καινούριοι. Γεμίσαν οι δρόμοι.
Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες.
Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη,
ξεχώρισες μια, είν’ η δική του, π’ ανάβει μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας.
Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.


Stavamo tutti insieme e instancabilmente srotolavamo le nostre ore.
Cantavamo sottovoce dei giorni che sarebbero giunti carichi di visioni colorate.
Lui cantava, taceva, la sua voce destava piccoli incendi,
migliaia di piccoli incendi che appiccavano il fuoco alla nostra giovinezza.
A mezzanotte giocava a nascondino con la morte in ogni angolo in ogni vicolo.
Agognava scordando il proprio corpo di donare agli altri una Primavera.
Stavamo tutti insieme ma puoi immaginare che lui era tutti quanti.
Un giorno qualcuno ci soffiò all'orecchio «Haris è morto»,
«l'hanno ammazzato» o qualcosa di simile, parole che sentivamo quotidianamente.
Nessuno lo vide. Era verso il tramonto. Doveva averci stretto le mani come sempre.
Nei suoi occhi si era impressa indelebile la gioia della nostra nuova vita.
Ma tutte queste cose erano semplici e il tempo è scarso. Nessuno arriva in tempo.
Non siamo tutti insieme. Due o tre sono espatriati.
Uno si è allontanato con un comportamento non chiaro. E Haris è stato ucciso.
Gli altri sono partiti. Ce ne sono arrivati di nuovi. Le strade si sono riempite.
La folla erompe incontenibile. Tornano a sventolare bandiere.
Il vento sferza gli stendardi. Nella confusione ondate di canzoni.
Se tra le voci che nella sera bucano implacabili le mura
potessi distinguerne una, quella è la sua, che appicca piccoli incendi,
migliaia di piccoli incendi che infiammano la nostra indomita gioventù.
E' la sua voce che rimbomba nella folla tutt'intorno come un sole
che abbraccia il mondo come un sole, che sciabola le tristezze come un sole
che come un sole luminoso ci svela le città d'oro
che si dischiudono davanti a noi lavate nella Verità e nella serena luce.

Gian Piero Testa, Gian Piero Testa © 15.10.2012

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info