La sangre derramada

Δε θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
Γιατί δε θέλω πια να βλέπω
Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα

Δε θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’άκρη
Άτι από σύννεφα γαλήνια
Και η σταχτιά του ονείρου αρένα
Με τις ιτιές γύρω γύρω

Δε θέλω να το βλέπω!
Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα

Δε θέλω να το βλέπω

Γέρικου κόσμου η αγελάδα
Έσερνε την πικρή της γλώσσα
Σ’ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
Ξεχειλισμένο στην αρένα
Κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο
Πέτρα μαζί και θάνατος
Μουκάνισαν σαν δυο αιώνες
Που έχουν χορτάσει πια τη γη
Όχι!
Δε Θέλω να το βλέπω!

Σκαλί σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
Το θάνατό του φορτωμένος
Γύρευε να’βρει την αυγή
Και πουθενά η αυγή δεν ήταν
Γύρευε τη σωστή θωριά του
Και τ’όνειρο τού αλλάζει δρόμο
Γύρευε τα’ όμορφο κορμί του
Και βρήκε το χυμένο του αίμα
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω
Κάθε φορά να λιγοστεύει
Το ανάβρυσμά του που φωτίζει
Τόσες κερκίδες και σκορπιέται
Μες στο πετσί και το βελούδο
Κοσμοπλημμύρας διψασμένης
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
Που είδε τα κέρατα κοντά του
Όμως οι τρομερές μανάδες
Ανασηκώσαν το κεφάλι

Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
Ήρθε ένα μυστικό τραγούδι
Που αγελαδάρηδες ομίχλης
Τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους

Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλλια
Μπροστά του για να παραβγεί
Ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
Ούτε καρδιά να’ν’ τόσο αληθινή
Σαν ποταμός από λιοντάρια
Η ξακουσμένη του αντρειοσύνη
Και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
Η στοχασιά του η μετρημένη
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
Ανδαλουσιάνικης στο μάτι
Και το χαμόγελό του νάρδος
Από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με την δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
Του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!

Τώρα για πάντα πια κοιμάται
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
Με δάχτυλα που δε λαθεύουν
Το άνθος ανοίγουν του μυαλού του
Και το τραγουδιστό του αίμα
Κυλάει σε βάλτους και λιβάδια
Γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων
Άψυχο στέκει στην ομίχλη
Σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια
Σα μια πλατειά μια λυπημένη
Μια σκοτεινή γλώσσα ώσπου τέλμα
Να γίνει από αγωνία πλάι
Στον Γκουαδαλκιβίρ των άστρων
Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Δεν είναι ανθός να το χωρέσει
Και χελιδόνια να το πιούνε
Πάχνη αστεριών να το κρυώσει
Τραγούδι και κρινοπλημμύρα
Και κρύσταλλο να το ασημώσει
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!


¡Qué no quiero verla!

Dile a la luna que venga,
que no quiero ver la sangre
de Ignacio sobre la arena.

¡Que no quiero verla!

La luna de par en par,
caballo de nubes quietas,
y la plaza gris del sueño
con sauces en las barreras

¡Qué no quiero verla!
Que mi recuerdo se quema.
¡Avisad a los jazmines
con su blancura pequeña!

¡Qué no quiero verla!

La vaca del viejo mundo
pasaba su triste lengua
sobre un hocico de sangres
derramadas en la arena,
y los toros de Guisando,
casi muerte y casi piedra,
mugieron como dos siglos
hartos de pisar la tierra.
No.
¡Qué no quiero verla!

Por las gradas sube Ignacio
con toda su muerte a cuestas.
Buscaba el amanecer,
y el amanecer no era.

Busca su perfil seguro,
y el sueño lo desorienta.
Buscaba su hermoso cuerpo
y encontró su sangre abierta.
¡No me digáis que la vea!
No quiero sentir el chorro
cada vez con menos fuerza;
ese chorro que ilumina
los tendidos y se vuelca
sobre la pana y el cuero
de muchedumbre sedienta.
¡Quién me grita que me asome!
¡No me digáis que la vea!

No se cerraron sus ojos
cuando vio los cuernos cerca,
pero las madres terribles
levantaron la cabeza.

Y a través de las ganaderías,
hubo un aire de voces secretas
que gritaban a toros celestes,
mayorales de pálida niebla.

No hubo príncipe en Sevilla
que comparársele pueda,
ni espada como su espada,
ni corazón tan de veras.
Como un río de leones
su maravillosa fuerza,
y como un torso de mármol
su dibujada prudencia.
Aire de Roma andaluza
le doraba la cabeza
donde su risa era un nardo
de sal y de inteligencia.
¡Qué gran torero en la plaza!
¡Qué gran serrano en la sierra!
¡Qué blando con las espigas!
¡Qué duro con las espuelas!
¡Qué tierno con el rocío!
¡Qué deslumbrante en la feria!
¡Qué tremendo con las últimas
banderillas de tiniebla!

Pero ya duerme sin fin.
Ya los musgos y la hierba
abren con dedos seguros
la flor de su calavera.
Y su sangre ya viene cantando:
cantando por marismas y praderas,
resbalando por cuernos ateridos
vacilando sin alma por la niebla,
tropezando con miles de pezuñas
como una larga, oscura, triste lengua,
para formar un charco de agonía
junto al Guadalquivir de las estrellas.
¡Oh blanco muro de España!
¡Oh negro toro de pena!
¡Oh sangre dura de Ignacio!
¡Oh ruiseñor de sus venas!
No.
!Que no quiero verla!
Que no hay cáliz que la contenga,
que no hay golondrinas que se la beban,
no hay escarcha de luz que la enfríe,
no hay canto ni diluvio de azucenas,
no hay cristal que la cubra de plata.
No.
!Yo no quiero verla!

Avellinou © 16.08.2014

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info