Una prigione soffre

Κάνει κρύο, κάνει αγιάζι
και μια φυλακή στενάζει,
στα κελιά αργεί να φέξει
και η ώρα πάει έξη.

Σ’ αυτή τη μαύρη φυλακή
δεν ξημερώνει Κυριακή.

Τρίζουν τα κλειδιά, βροντούνε,
δεσμοφύλακες περνούνε
κι ένας καινουργιοφερμένος
κάθεται συλλογισμένος.

Σ’ αυτή τη μαύρη φυλακή
δεν ξημερώνει Κυριακή.

Κάπου εδώ, κοντά, τον πάνε,
χειροπέδες του περνάνε,
τις κοιτά, χαμογελάει,
δεν τρομάζει, δεν λυγάει.

Σ’ αυτή τη μαύρη φυλακή
δεν ξημερώνει Κυριακή.


Fa freddo, fa la gelata,
e una prigione soffre,
nelle celle tarda a far giorno,
e il tempo trascorre come una abitudine.

In un questa triste prigione
non albeggia di domenica.

Cigolano i chiavistelli, fanno rumore,
passano le guardie,
e un nuovo arrestato
se ne sta pensieroso.

In questa triste prigione
non albeggia di domenica.

Da qualche parte qui, vicino, lo conducono,
gli mettono le manette.
li guarda, sorride,
non si spaventa, non si piega.

In questa triste prigione
non albeggia di domenica.

android2020 © 14.06.2016

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info