You were good and sweet

Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες,
όλα τα χάδια του αγεριού,
του κήπου όλες τις βιόλες.

Το πόδι ελαφροπάτητο
σαν τρυφερούλι ελάφι,
πάταγε το κατώφλι μας
κι έλαμπε σαν χρυσάφι.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα,
το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ,
πού θα σταθώ, πού θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;

Πώς θα γυρίσω μοναχή
στο ερμαδιακό καλύβι;
Έπεσε η νύχτα στην αυγή
και το στρατί μού κρύβει.

Ωχ, δεν ακούστηκε ποτές
και δεν μπορεί να γίνει
να καίγουνται τα χείλια μου
και νάμαι μπρος στην κρήνη.


You were good and sweet.
You had all the charms,
all the caresses of the breeze,
all the violets of the garden.

Your light-stepping foot,
like a tender deer,
would step on our threshold
and glitter like gold.

From your youth I was taking my youth,
and I was still quietly smiling
Old age did not frighten me.
I was disregarding death.

And now what place will hold me,
where will I stand, what place will take me in?
I have remained a withered tree
in a snow-covered field.

How am I to go back alone
to the abandoned hut?
Night has fallen on the dawn
and hides the street from me.

Oh, an unheard-of thing!
It is impossible
for my lips to be burning
while I am in front of the spring.

GreekRembetika © 04.05.2018

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info