Our Great Circus

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δε φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.


Great news I bring from up there
wait a bit for me to take a breath
and think about whether I should laugh,
cry, shout, or be silent.
The kings are gone and away
and in the port right now, down at the shore,
their allies bid them farewell.
While they fixed and arranged
and from the start their graves they dug
and from up close our great protectors,
slowly slowly became grave-diggers
and who pays again the broken
and how do I start again from the beginning
and if only I knew why.

What does my destiny yet say
it is being studied by three schemers.
It will be told to us by writers and priests
with tambourines, fanfares and feasts.
The constitution is being held by gendarmes
and in the palace the royals
are expecting for something new to come up.
The foreign bankers prepped up,
The Greek realtors shaved.
Seven the interest five the sprucing,
forty with the oil and the vinegar
and the one who believed and waited,
speechless poisoned stands and stares
at freedom being auctioned off.

People don't tighten the belt no more,
don't have famine as pride anymore.
The fights you have given are not worth it
if the spilt blood they don't redeem.
People don't tighten the belt no more,
famine is the pride of the coward,
of the slave whose future is to be buried.

icarossa © 18.11.2018

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info