Spring

{Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.}

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά το ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό.Και η θύμηση της νιότης
σαλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...

Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σαν βάσανο, προς τ’ άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του, διψώντας τον αέρα.

Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δυο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισιά τους
τα χέρια.Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.


{That’s how I see the gardens.}

In the garden tonight a new melancholy talks to me.
Some almond tree dips its smile of flower
in the misty water of swale. And the remembrance of youth
makes the sick acacia to move sadly...

A cold wind woke up in the broken greenhouse,
where the roses are dead and coffin (is) each flower-pot.
The cypress, endless like cerecloth, towards the stars
raises its blackness, being thirsty for air.

And they go, like funeral cortege, the mall’s
peppers and their green hair crawl over the ground.
The two latanias in their despair raised
the hands. And our garden is a garden of melancholy.

maria_gr © 01.01.2008

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info