Μέσα σε χρόνια δανεικά, απρόσμενα και ξένα
μες στα ποτάμια τα θολά που ζω σαν μαύρη σμέρνα
μες στην ανάσα του Βοριά, σε σύμπαντα ηττημένα
θα σιγοκαίνε σαν φωτιά η αγάπη και η λησμονιά.

Θα έχουν τα μάτια μου σκουριά, θα ζω χωρίς εσένα,
θα με χλευάζουν τα παιδιά, θα πιω απ’ τη μαύρη στέρνα
μες στων μηρών σου τη δροσιά πως ξαποσταίναν τρυφερά
τα χέρια μου, δυο ελάφια κουρασμένα.

Κι εγώ που δεν μπορώ πια να ξεχάσω τ’ όνομά της
να τριγυρνάω εδώ κι εκεί ψάχνοντας τ’ άρωμά της,
στον κήπο της Γεσθημανή να ξαγρυπνώ δίχως φωνή,
σαν λυπημένο φάντασμα στον τάφο της αγάπης.

Into borrowed years, unexpected and foreign
in the blurry rivers that I live like a black eel
in North's breath, in defeated universes
love and oblivion will slowly burn like fire.

My eyes will be rusty, I'll live without you
I will be mocked by children, I'll drink from the black well.
In your thighs' coolness, how tenderly my hands rested
like two tired deers.

And I who can't forget her name anymore
I'll wander here and there looking for her perfume
in Gethsemane's garden, stay awake without a voice
like a sad ghost in love's grave.

AthenaLeonti, Νανά Λεοντή © 01.03.2009

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info