| Γαλουχηθήκαμε γονατιστοί προσευχόμενοι
Να συμμετάσχουμε στο ταξίδι της αναζητήσεως
Του λυπηρού σου συναισθήματος
Εκείνου που ορίζει τις μακρινές μας σιωπές και τους χαρίζει
Κραυγές να αρθρώσουν επιφωνήματα
Περιδιαβαίνοντας τα ακρογιάλια της χαραυγής των στεναγμών μας
Ακούσαμε το άνανδρό σου ψέμμα πως πλανάται
Σε μέρη όπου μαζεύονται γριές ανάπηρες και τάσσουν τις ψυχές τους
Σε σένα γυναίκα, χωρίς κανένα προσωπικό όφελος
Μα φύγανε όλοι οι κριτές σου
Και όλοι οι πιστοί σου μεταμορφώθηκαν σε φωτιές
Που κατά το μάλλον ή ήττον θα σβήσουν και θα απομείνουν πυρόσταμο κι ύστερα στάχτη κοινή
Αρρυθμούν σαν καρδιά που προσμένει αραχνοΰφαντη
Τον περαστικό να διαβεί μαζεύοντας
Από τους δρόμους ότι απέμεινε από την αϋπνία την στερνή
Ήλθε η νυξ
Μονάχα ένας αδυνατεί
Να αφεθεί στα όνειρά του
ʼκουσα πως λέγεται αδέρφι
|
 |  |  |  |  |  | | Στατιστικά στοιχεία | |  | | Σχόλια: 1 Στα αγαπημένα: 0
| |  | | | |  |
|