| Γινόταν πόλεμος πολύς,
και φασαρία διαρκής,
οι σφαίρες έσκαγαν βουβά,
μες του πολέμου τον χαμό.
Κραυγές κι ουρλιαχτά φριχτά,
ακούγονταν εδώ και κει,
να σου όμως εκεί,
σε ένα χαράκωμα κρυφό.
Ένας άντρας έκλαιγε πικρά,
για την δόλια του καρδιά,
κι έλεγε φριχτά:
"Πατέρα, που μ' ακούς,
δως μου λίγη χαρά,
μες την δόλια μου καρδιά."
Και ξάφνου χαμηλά στη γη,
σε μια παλάμη με πληγές,
πιάνει ένα τριαντάφυλλο,
και το κοιτάζει με δάκρυα χαράς,
και λέει στον πατέρα Ιησού:
"
Σε ευχαριστώ, Συ Κύριε,"
και ξεψυχάει εκεί γλυκά.
|
 |  |  |  |  |  | | Στατιστικά στοιχεία | |  | | Σχόλια: 2 Στα αγαπημένα: 1
| |  | | | |  |
|