| Τα μαύρα γιατι ανθίζουν
Αίματα ντύνονται και χάσκουν αδειανά
Κλείνουν το μάτι τους κι απόψε με κοιμίζουν
Τ'αντανακλώ,στα μάτια τρυφερά
Πλημμυρίζω μα δεν θέλω ούτε να πεθάνω
Από τα έγκατα ανεβαίνουν δυο μεγάλα χέρια
Χωρίς να χάνω τα προφτάνω
Πάνω ψηλά ξεφεύγουν περιστέρια
Ψηλά πρέπει να βλέπω για να ξεχωρίζω
Τα χέρια της αθανασίας
Ανώφελο όσο κι αν πονάω που διασχίζω
Μ'εγκώμια τις χαράδρες της φαντασίας
Βγαίνω στη μεγάλη αυγή σαν παλληκάρι
Φάντασμα της γύμνιας και λείψανο μιας εποχής
Ρευστό το φώς δεν φάνηκε φεγγάρι
Πιο εύκολη θάναι η μέρα στο ταξίδι της ζωής
Με την απλή συγκίνηση στεριώνω το τραγούδι
Να πώ αυτό που θέλωθα το πώ κι ας με θαμπώνει
Ήσυχα ζώ σε θύελλα με μολυβένιο χνούδι
Το μονοπάτι που έσκαψα σκληρό και μ'ερημώνει
|
 |  |  |  |  |  | | Στατιστικά στοιχεία | |  | | Σχόλια: 4 Στα αγαπημένα: 0
| |  | | | |  |
|