| |
Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Μονόλογοι.
Η πόλη ήταν γεμάτη από ανθρώπους, αλλά
η αίσθηση της μοναξιάς ήταν παντού.
Ένας άνδρας περπατούσε στους δρόμους,
με τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος.
Η γυναίκα που καθόταν στο καφέ, με το
βλέμμα χαμένο στο παράθυρο.
Ο γέρος που ζούσε στο διαμέρισμα απέναντι,
με το βιβλίο του να είναι το μόνο του σύντροφος.
Όλοι τους ήταν μοναχικοί, αλλά κανείς δεν το έλεγε.
Κανείς δεν το παραδεχόταν.
Αλλά τα βράδια, όταν η πόλη ήταν ήσυχη, και
τα φώτα ήταν σβηστά, οι σκέψεις τους
έρχονταν στο προσκήνιο.
Η αναμνήσεις τους πλημμύριζαν τα μυαλά τους.
Ο άνδρας θυμόταν την οικογένειά του, που είχε
χάσει πριν από χρόνια.
Η γυναίκα θυμόταν τον έρωτα της ζωής της, που
είχε φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Ο γέρος θυμόταν τις περιπέτειες της νεότητάς του,
που τώρα φαίνονταν τόσο μακρινές.
Και τότε, μια νύχτα, κάτι παράξενο συνέβη.
Ένας άνεμος άρχισε να φυσάει, και τα παράθυρα
άρχισαν να χτυπούν.
Ο άνδρας, η γυναίκα, και ο γέρος βγήκαν έξω, και
βρέθηκαν στο δρόμο, κοιτάζοντας τον ουρανό.
Δεν είπαν τίποτα.
Απλώς στάθηκαν εκεί, και άφησαν τον άνεμο
να τους περιβάλλει.
Και σε εκείνη τη στιγμή, ένιωσαν κάτι παράξενο.
Ένιωσαν ότι δεν ήταν πια μοναχικοί.
Ο άνεμος άρχισε να κοπάζει, και ο ουρανός
άρχισε να φωτίζεται.
Ο άνδρας, η γυναίκα, και ο γέρος κοιτάχτηκαν,
και για πρώτη φορά, είδαν ο ένας τον άλλο.
Δεν ήταν πια απλοί ξένοι.
Ήταν άνθρωποι, με ιστορίες, με πόνο, με χαρά.
Ο άνδρας χαμογέλασε, και η γυναίκα του
ανταπέδωσε.
Ο γέρος άρχισε να τραγουδάει, και ο άνδρας
και η γυναίκα τον ακολούθησαν.
Τραγουδούσαν, και ο άνεμος τους συνόδευε.
Η πόλη άρχισε να ξυπνάει, και τα φώτα άρχισαν
να ανάβουν.
Ο άνδρας, η γυναίκα, και ο γέρος σταμάτησαν
να τραγουδούν, και κοιτάχτηκαν.
Ήταν σαν να είχαν βρει κάτι πολύτιμο, κάτι που
δεν είχαν ξαναβρεί.
Και από εκείνη τη νύχτα, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια.
Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν, να μοιράζονται τις
ιστορίες τους, να ακούν ο ένας τον άλλο.
Η μοναξιά άρχισε να εξαφανίζεται, και η αγάπη και
η σύνδεση άρχισαν να ανθίζουν.
Και ο άνδρας, η γυναίκα, και ο γέρος, συνέχισαν
να ζουν, αλλά δεν ήταν πια οι ίδιοι.
Ήταν άνθρωποι, που είχαν βρει την αγάπη και τη
σύνδεση, και δεν θα την άφηναν ποτέ να χαθεί.
Η πόλη ήταν πια ένα μέρος όπου οι άνθρωποι
συνδέονταν, όπου οι ιστορίες μοιράζονταν, και
όπου η αγάπη ήταν πάντα παρούσα.
Και αυτός ήταν ο μεγαλύτερος θησαυρός από όλους.
Βαγγέλης Βουτσίνος 13-12-2025
|
 |  |  |  |  |  | | | Στατιστικά στοιχεία | |  | | | Σχόλια: 2 Στα αγαπημένα: 0
| |  | | | | |  |
|