Πόλεμος

Δημιουργός: merlin17254, Γιωργος

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Πόλεμος.

Τό τέρας έσηκώθηκε. Άνοιξε τά φτερά του
κι έγιναν όλοι ξαφνικά, λεία του καί βορά του.
Τά τύμπανα βρυχήθηκαν, οί λογχες ύψωθήκαν.
Στόν όλεθρο καί στόν χαμό, τόσες ζωές σπρωχτήκαν.

Μ ένα πικρό χαμόγελο, ό νέος πού πεθαίνει,
κοιτάζει άχνά τόν Θάνατο καί δέν καταλαβαίνει.
Τούπαν ότι ό πόλεμος, φρονήματα έξυψώνει
κι ότι ύψηλά ίδανικά καί ίδέες δικαιώνει.

Μέ πόδια έτοιμόρροπα καί μέ κορμί σάν στάχυ,
χωρίς έλπίδα σύρθηκε, άπ τόν λαιμό στήν μάχη.
Καί τώρα, έδώ πού βρίσκεται, στό χώμα ξαπλωμένος,
πνιγμένος μές στό αίμα του, βαριά τραυματισμένος,

έπιχειρεί ν άντισταθεί, μέ ύστατη προσπάθεια,
στόν Χάροντα πού τόν κοιτά, στά μάτια μέ άπάθεια.
Δέν βρίσκει κάτι νά τού πεί, καί τελικά λυγίζει.
Άλλά, στό αύτί, γονατιστός, αύτός τού ψιθυρίζει.

'' Κακόμοιρε, σού έπαιξαν στά ζάρια τήν ζωή σου.
Σέ είχαν γι άναλώσιμο, άπ τήν άρχή, οί δικοί σου.''
Καί συμπληρώνει ειρωνικά. '' Μά λίπασμα κι άν γίνεις,
στήν ίστορία θά γραφτείς. Τιμητικά θά κηδευτείς.
ΚΑΙ ΗΡΩΑΣ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙΣ.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-05-2011