Η Πολη Νουβέλα Δημιουργός: φραγκοσυριανος, Βαγγέλης Βουτσίνος Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info
Η ΠΟΛΗ
Νουβέλα
Η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που σε καταπίνει και σε φτύνει.
Ο ήχος των αυτοκινήτων, οι φωνές των ανθρώπων, η μυρωδιά του καφέ
και της θάλασσας.
όλα αυτά σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός.
Ένας νεαρός, ο Κίμων, έρχεται στην Αθήνα για να κυνηγήσει την τύχη του.
Θέλει να γίνει φωτογράφος, να απαθανατίσει την ομορφιά της πόλης.
Αλλά η πόλη δεν είναι πάντα όμορφη.
Έχει τις σκοτεινές της πλευρές, τους ανθρώπους που κρύβονται στις γωνίες,
και δεν βγαίνουν αληθινοί.
Ο Κίμων περιπλανιέται στους δρόμους της Αθήνας, ψάχνοντας
την επόμενη φωτογραφία του.
Συναντά ανθρώπους, ακούει ιστορίες, και αρχίζει να καταλαβαίνει
ότι η πόλη δεν είναι
μόνο πέτρινα και μπετόν, αλλά και άνθρωποι, συναισθήματα, και ιστορίες.
Μια μέρα λοιπόν βρέθηκε στο Μοναστηράκι, να περιπλανιέται ανάμεσα
στους πάγκους του παζαριού.
Η μυρωδιά του θυμιάματος και των μπαχαρικών γέμισε τα μέσα του.
Σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο, με τα ράφια γεμάτα παλιά βιβλία
και χαρτιά.
Ένας ηλικιωμένος άνδρας με γυαλιά και μια ζεστή ματιά, τον κοίταξε
και του χαμογέλασε.
"Καλώς ήρθες, παιδί μου. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο?"
Ο Κίμων κοίταξε τα ράφια, και το βλέμμα του έπεσε σε ένα παλιό
άλμπουμ με φωτογραφίες
της Αθήνας του '60. "Αυτό", είπε, "τι είναι?"
Ο ηλικιωμένος άνδρας πήρε το άλμπουμ και το άνοιξε.
"Αυτές είναι φωτογραφίες της Αθήνας, από την εποχή που ήταν
ακόμα μια μικρή πόλη.
Θέλεις να τις δεις?"
Ο Κίμων έγνεψε, και ο άνδρας άρχισε να του δείχνει τις φωτογραφίες,
λέγοντας ιστορίες
για την πόλη, για τους ανθρώπους, και για την ιστορία.
Ο Κίμων άκουγε, μαγεμένος, και ήξερε ότι είχε βρει την επόμενη φωτογραφία του.
Ο ηλικιωμένος άνδρας γύρισε τη σελίδα, και ο Κίμων είδε μια
φωτογραφία μιας γυναικός,
με ένα πλατύ καπέλο και ένα χαμόγελο που έλαμπε.
Η γυναίκα στεκόταν μπροστά σε ένα παλιό σπίτι, με ένα κήπο γεμάτο λουλούδια.
"Ποια είναι αυτή;" ρώτησε, γονατισμένος πάνω από το άλμπουμ.
"Αυτή είναι η Ελένη", απάντησε ο ηλικιωμένος άνδρας, με μια φωνή γεμάτη
νοσταλγία. "Η κόρη μου.
Έφυγε πολύ νωρίς, αλλά άφησε πίσω της ένα κομμάτι της καρδιάς μου."
Ο Κίμων κοίταξε τη φωτογραφία, και ένιωσε μια σύνδεση με τη γυναίκα.
"Μπορώ να τη φωτογραφίσω;" ρώτησε.
Ο ηλικιωμένος άνδρας έγνεψε, και ο Κίμων έβγαλε την κάμερα του.
Η φωτογραφία ήταν έτοιμη να τραβηχτεί, όταν η πόρτα του βιβλιοπωλείου άνοιξε,
και μια γυναίκα μπήκε, με ένα πλατύ καπέλο και ένα χαμόγελο που έμοιαζε με
αυτό της φωτογραφίας.
Νεφέλη;" ψιθύρισε ο Κίμων, έκπληκτος.
Η γυναίκα κοίταξε τον Κίμων, και μετά το άλμπουμ. "Ναι;" είπε, με μια φωνή
που ήταν καινούρια και παλιά ταυτόχρονα. Η Ελένη κοίταξε τον Κίμων
με απορία, και μετά το άλμπουμ. "Πώς... πώς ξέρεις το όνομά μου;" ρώτησε,
με μια φωνή που έτρεμε ελαφρώς.
Ο Κίμων κοίταξε τον ηλικιωμένο άνδρα, που έγνεψε με το κεφάλι.
"Είναι μια μακρόχρονη ιστορία", είπε ο άνδρας. "Έλα, κάτσε, και θα σου πούμε."
Η Νεφέλη κάθισε, και ο Άρης άρχισε να της λέει πώς βρήκε το άλμπουμ, και πώς
ένιωσε μια σύνδεση με τη φωτογραφία της.
Η Νεφέλη άκουγε, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
"Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε πριν από 50 χρόνια", είπε. "Ήμουν 20 χρονών τότε.
Ο πατέρας μου... ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε την πόλη,
και την ιστορία της."
Ο ηλικιωμένος άνδρας έγνεψε. "Η Νεφέλη ήταν μια φωτεινή παρουσία στην πόλη", είπε.
"Έφυγε από τη ζωή, αλλά η μνήμη της ζει ακόμα."
Ο Κίμων κοίταξε την Νεφέλη, και είδε τη γυναίκα της φωτογραφίας, αλλά
και μια νέα γυναίκα,
με μια ιστορία και ένα παρελθόν. "Μπορώ να σε φωτογραφίσω;"
ρώτησε, με μια φωνή που ήταν σχεδόν ψίθυρος.
Η Εκείνη χαμογέλασε, και έγνεψε. Ο Κίμων τράβηξε τη φωτογραφία,
και η πόλη γύρω τους έμοιαζε να σταματάει για ένα λεπτό. Η φωτογραφία
τραβήχτηκε, και η πόλη γύρω τους συνέχισε να ζει.
Ο Κίμων κοίταξε την Νεφέλη, και είδε μια γυναίκα που ήταν καινούρια
και παλιά ταυτόχρονα.
Εκείνη χαμογέλασε, και ο Κίμων ένιωσε μια σύνδεση που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
"Θέλεις να περπατήσουμε στην πόλη;" ρώτησε η Νεφέλη, με μια φωνή που ήταν γεμάτη ζωή.
Ο Κίμων έγνεψε, και οι δύο τους βγήκαν από το βιβλιοπωλείο, στην ηλιόλουστη οδό.
Περπατούσαν, μιλώντας για την πόλη, για την ιστορία, και για τη ζωή.
Ο Κίμων ένιωσε ότι είχε βρει μια φίλη, μια σύντροφο, μια γυναίκα που καταλάβαινε
την πόλη όπως την καταλάβαινε και αυτός.
Καθώς περπατούσαν, ο Κίμων συνειδητοποίησε ότι η πόλη δεν ήταν μόνο ένα μέρος,
αλλά μια κατάσταση του νου. Η πόλη ήταν οι άνθρωποι, οι ιστορίες,
και τα συναισθήματα που την κατοικούσαν.
Η Νεφέλη σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό σπίτι, με ένα κήπο γεμάτο λουλούδια.
"Αυτό είναι το σπίτι μου", είπε, με μια φωνή που ήταν γεμάτη αγάπη.
Ο Άρης κοίταξε το σπίτι, και είδε την Ελένη να στέκεται μπροστά του,
με ένα χαμόγελο που έλαμπε. "Θέλεις να μπεις;" ρώτησε. Ο Κίμων έγνεψε,
και η Εκείνη τον οδήγησε μέσα στο σπίτι.
Το εσωτερικό ήταν γεμάτο με παλιά έπιπλα, βιβλία, και φωτογραφίες.
Ο Κίμων ένιωσε ότι είχε μπει σε ένα άλλο κόσμο, ένα κόσμο που ήταν
παγωμένος στο χρόνο.
Η Νεφέλη του έδειξε το σπίτι, και ο Κίμων είδε την ιστορία της πόλης
να ξεδιπλώνεται μπροστά του.
Είδε φωτογραφίες της Νεφέλης ως παιδί, της οικογένειάς της, και των φίλων της.
Είδε γράμματα, ημερολόγια, και άλλα αντικείμενα που έλεγαν ιστορίες για τη ζωή της.
Καθώς περπατούσαν, ο Κίμων συνειδητοποίησε ότι η Νεφέλη ήταν μια γυναίκα
με πολλές ιστορίες να πει. Είχε ζήσει μια ζωή γεμάτη αγάπη, χαρά, και πόνο.
Είχε αγαπήσει, είχε
χάσει, και είχε μεγαλώσει.
Η Νεφέλη σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό πιάνο, και ο Κίμων είδε τα δάκτυλά της
να κινούνται πάνω στα πλήκτρα. Η μουσική ήταν όμορφη, και ο Κίμων ένιωσε ότι ήταν ο
μόνος άνθρωπος στον κόσμο.
Καθώς η μουσική σταμάτησε, ο Κίμων την κοίταξε, και είδε τα μάτια της να λάμπουν.
"Σ' αγαπώ", είπε, με μια φωνή που ήταν σχεδόν ψίθυρος.
Εκείνη κοίταξε τον Κίμων, και ο χρόνος σταμάτησε. Μετά, ένα χαμόγελο άρχισε να
σχηματίζεται στα χείλη της. "Σ' αγαπώ και εγώ", είπε, με μια φωνή που ήταν γεμάτη αγάπη.
Ο Κίμων ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Η Νεφέλη τον αγαπούσε!
Δεν μπορούσε να πιστέψει το αυτί του. Την αγκάλιασε, και η πόλη γύρω τους
έμοιαζε να εξαφανίζεται.
Κάθονταν στον καναπέ, αγκαλιά, και μιλούσαν για το μέλλον.
Ο Κίμων ήξερε ότι είχε βρει την αγάπη της ζωής του.
Η Νεφέλη ήταν η σύντροφός του, η φίλη του, η αγάπη του.
Καθώς ο ήλιος έδυε, ο Κίμων κοίταξε την Νεφέλη, και είδε το πρόσωπό της να λάμπει.
"Θα με παντρευτείς;" ρώτησε, με μια φωνή που ήταν γεμάτη ελπίδα.
Εκείνη χαμογέλασε, και έγνεψε. Ο Κίμων την αγκάλιασε, και η πόλη
γύρω τους λες και χαμογελούσε.
Σε λίγο καιρό παντρεύτηκαν σε μια όμορφη τελετή στην Αθήνα,
με φίλους και οικογένεια να τους περιβάλλουν. Η πόλη ήταν γεμάτη
λουλούδια, μουσική και γέλιο.
Μετά τον γάμο, ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, φωτογραφίζοντας τις
πιο όμορφες πόλεις και τοπία.
Ο Κίμων τραβούσε φωτογραφίες, και η Νεφέλη ήταν το μοντέλο του.
Ένα χρόνο αργότερα, έμεινε έγκυος. Ο Κίμων ήταν τρελός από χαρά.
Η πόλη ήταν γεμάτη ελπίδα και αγάπη.
Η Ελένη γέννησε ένα όμορφο κοριτσάκι με τα μάτια του Κίμων
και το χαμόγελο της Νεφέλης.
Ο Κίμων ήταν πατέρας!
Η οικογένεια ζούσε ευτυχισμένα στην Αθήνα, με την πόλη να τους περιβάλλει.
Ο Κίμων συνεχίζει να φωτογραφίζει, και την Ελένη που είναι η Μούσα του.
Και ζουν ευτυχισμένοι, με την πόλη να είναι το σπίτι τους.
14-12-2025
Δημοσίευση στο stixoi.info: 31-01-2026 | |