Εν Αρχη Τ' Ανιστορητα(xii, Xiii, Xiv, Xv)

Δημιουργός: ivikos

Ποίημα τέλος , από αύριο ξανα στίχοι

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

XII

Πριν η καπνιά θρονιαστεί στην κοιλάδα μας
μιά καληνύχτα πριν το μακέλεμα
ήρθαν οι έπαρχοι
κρατώντας στα χέρια τους
άσπρες σημαίες,
νερό,
κι είχαν τους όρους
γραμμένους σε πάπυρο.
Ούτε που μπήκες σε λόγους και ψίθυρους.
Είπες: τσακίστε κι αυτούς
και τις στάμνες τους.
Μόνο σαν είδες τα μέλη διάσπαρτα
είπες σιγά:
Μπορεί και να έσφαλλα.

Όμως της νύχτας το πέπλο, την πόλη σαβάνωσε




XIII

Οι λεηλατημένοι ορίζοντες
που οι γύπες της δύσης
σκοτάδια τους χάριζαν
κράτησαν τις νυχτιές
βαθυγάλαζες,
μέχρι που οι μάνες
τα μάτια τους έριξαν
πάνω στου τάφου
το κρύο λεπίδισμα




XIV
Με στέρεο τρόπο
δομήθηκε η αφήγηση:
ξεκινώντας
με την κάθοδο των Πελασγών
μιας νύχτας δρόμος, και τανάπαλι
οι βοές καταλάγιασαν.
Στις στροφές των αιώνων
γινόταν το μπλέξιμο
μικρό στη αρχή
μα σαν κύμα στο τέλος
πελώριο.
Τα πρόσωπα πελιδνά
το αρχειοθέτησαν
αλλά στις σκέψεις
τα ποτάμια ξεχείλιζαν.
Εις εξ’ αυτών, μας θορύβησε:
«Εν αρχή, τ’ ανιστόρητα πες μας
τα λάθη σου»
κι ύστερα σιωπή.

Λυκαυγές το στερνό επιχείρημα
κι εξ’ αυτού
το διάτρητο πόρισμα


XV

Οι λύχνοι των νεόδμητων εποχών
στον νοτιά κατευθύναν τα είδωλα.
Μα και η αιχμή του δόρατος, λιγόστεψε
της ιστορίας την επιμήκυνση.
Όχι πως λιγοστέψαν οι χειμώνες τις πάχνες τους
ούτε και ο Φλεβάρης θα εξαϋλωνε δάκρυα,
αλλά στις φλέβες της νύχτας
θα συνέχιζε αδιάκοπα η ροή των μύθων
και των ανύποπτων μυστικών.
Κατά το χάραμα, οι άντρες
με τις κελεμπίες παραμάσχαλα
γυμνοί σαν νιογέννητα
θα ξανέμιζαν της επέλασης τα μαντήλια,
και των κακών καιρών η χλαλοή
θα πλημμύριζε τον αέρα
με γογγυσμούς και με δάκρυα.
Μα αν πάλι οι ξεχασμένοι Άγγελοι
κάρφωναν τους ήλους της οροφής, στις Κερκόπορτες
ο μάντης προέβλεπε
οικτρή καθυστέρηση
Ποιο το σωστό? ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΟΝ
Σίγουρα φως
κι η ροή, ανεξέλεγκτη

(Τέλος)












Δημοσίευση στο stixoi.info: 29-05-2007