Sommesso requiem per il futuro ovvero l'altra faccia di un autonomo (A. Alkeos)

Στήνει στην πόλη ο άνεμος παγίδα
σκορπιός που με δαγκώνει η αγωνία
πέντε χειμώνες και καλό δεν είδα
και λέω ν’ αλλάξω οπτική γωνία.

Πέφτει η ομίχλη στη χλομή λεωφόρο
μια λάμια παζαρεύει τα φιλιά της
μου ’μελλε αναίτιο να πληρώσω φόρο
πριν να κλειστώ στ’ αυθαίρετα δεσμά της.

Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα
κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου
φουμάρω αγγλογαλλικά τσιγάρα
κι έχω βηματοδότη στην καρδιά μου.

Πάω στο σταθμό σαν έρχεται το τρένο
ξέχασα: φέυγω ή κάτι περιμένω
κάποιος μιλάει για μέλλοντα επινίκια
και μου γελάει πίσω από δεκανίκια.


Il vento appronta una trappola alla città
come uno scorpione mi punge l'angoscia
cinque inverni e uno buono non ne ho visto
e decido di cambiare la prospettiva.

Scende la nebbia sul viale scolorito
una maliarda mette in vendita i suoi baci
mi toccava pagare una tassa irragionevole
prima di chiudermi nei suoi lacci capricciosi.

Vomitano morte le belle ciminiere
ed io compiango fin d'ora la mia generazione
fumo sigarette anglofrancesi
e porto un pace-maker nel mio cuore.

Vado alla stazione quando arriva il treno
ma ho scordato se parto o se ho qualcosa d'aspettare
un tale parla di inni di una vittoria che verrà
e mi sorride da dietro le stampelle.

Gian Piero Testa, Gian Piero Testa © 27.11.2012

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info