Voglio far due chiacchiere | ||
Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο που να `χει πόρτα ανοιχτή και να μην έχει θάλασσα μονάχα άντρες άνεργους σκόνη με ήλιο και σιωπή να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ κι η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ προφύλαξη για την υγεία μας κι ούτε να δίνεις συμβουλές το πως το κατεβάζω έτσι και πως σκορπιέμαι έτσι και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα να τρέξουνε. Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια που `ναι βρωμικα και `γω να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά. Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια και `συ να `σαι φίλος. Φίλος φίλος έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης και το κονιάκ να `ναι σκατά και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε έχει δωμάτιο για παράνομους πάνω απ’ το καφενείο θα σου τα ρίξω σε μια δόση το συνηθίζω άμα μεθάω έτσι για να σε λιανίσω να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις εσύ όμως λέει δε θα `σαι απ’ αυτούς θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά ...βεργούλες και με δείρανε... και θα κρατάς στις χούφτες σου μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει. Κι όταν έρθουνε να σου πουν εδώ δεν είναι τόπος και χρόνος για τέτοια πράγματα τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε. (Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες.) | ![]() | Voglio far due chiacchiere in un caffé che tenga la porta aperta e non si veda il mare ma solo gente disoccupata polvere sole e silenzio e che nel cognac ci entri il sole e nei polmoni la polvere insieme al fumo e pure oggi, fratello, niente precauzioni per la nostra salute e niente consigli del tipo così mi calo le brache e così mi riduco a pezzi e lascia che sul muso scorrano in santa pace il trucco il moccio e il pianto. Solamente guarda con calma le mie unghie i miei capelli e miei anni che sono sporchi ma io per tutto questo non voglio dare un soldo. Solo il partito, il loro bambingesù perché si fece il partito tanti anni fa e tu devi essere amico. Amico amico proprio come canta Kazantzidis e che il cognac sia una merda e il gestore non si è visto da nessuna parte ha una stanza per clandestini sopra il caffé te la mollo in una rata sola ci ho l'abitudine quando mi ubriaco - così per macinarti - voglio vederti senza brache e vedere che farai ma tu mi pare non sarai di quelli ti tirerai su e farai un ballo comandando «bacchette e mi menarono» e terrai nelle tue mani a coppa con amore e con riguardo il mio cervello pronto a andare in mille pezzi. Mi fa male. E quando verranno a dirti qui non è il posto né il momento per certe cose cava il falcetto e mieti. Avevano ragione i Koemtzìs. |
Gian Piero Testa, Gian Piero Testa © 06.08.2014 |
Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info