Fata Morgana | ||
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν. Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα. | ![]() | Farò la comunione con acqua di mare distillata dal tuo corpo goccia a goccia in una antica coppa di rame dall' Algeria, dove la facevano i pirati prima di combattere. Un panno di cuoio, spalmato di cera, odore di cedro, di incenso, di vernice, come profuma la stiva in una vecchia nave costruita in altri tempi sull' Eufrate o in Fenicia. Ruggine dal colore del fuoco nelle miniere del sinai. Le cantine di Gerakina e Stratoni. L'intonaco. La santa ruggine che ci ha generato, ci nutre, si nutre di noi e ci uccide Da dove vieni? Da Babilonia Dove vai? Nell' occhio del ciclone. Chi ami? Una zingara. Come si chiama? Fata Morgana |
Alessio Miranda © 30.07.2007 |
Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info