Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
132368 Τραγούδια, 270195 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Ακολουθία      
 
Στίχοι:  
Γιώργος Θέμελης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


I

Ίσως ν’ αποκοιμήθηκαν και δεν ακούγεται τίποτα
Στον ουρανό και στη γη. Ίσως να ’χουν πεθάνει
Έναν άφθαρτο θάνατο μαζί με τ’ αγάλματα,
Που κέρδισαν την εντέλεια και δεν ελπίζουν.

(Όμως τ’ αγάλματα μιλούν κι ας μην τ’ ακούει κανείς,
Προφέρουν ονόματα νεκρών, προσεύχονται για τους ανθρώπους.)

Ίσως ν’ αποκοιμήθηκαν οι Άγγελοι. Μα πιο πολύ
Έχουν σβήσει το βλέμμα μας σαν τα καράβια του άλλοτε,
Που άφησαν πίσω τα τελευταία κουρέλια τους
Στις ράχες των θαλασσών, ανεμίζοντας την ανάμνηση.

Το χιόνι είναι πιο καθαρό απορροφώντας τάφους και σχήματα,
Γράφοντας ίχνη και σταυρούς στην άγραφη όραση.
Το χιόνι είναι πιο διάφανο απ’ τη στεγνή τούτη λευκότητα
Από στιλπνό χαρτί σκεπάζοντας τις εικόνες.

Η απουσία είναι μια νύχτα χωρίς άνεμο…

Όμως το τίποτα μπορεί να ’ναι το σχήμα μιας υπόσχεσης
Σβήνοντας το χθες και το αύριο μέσα σε μια νηνεμία,
Όπως τα χιονισμένα κοιμητήρια όπου κοιμάται ο χρόνος
Αφήνοντας τα ίχνη των κοκάλων του στις πεδιάδες.

III

Έπρεπε να γυμνωθούμε πριν απ’ τη δοκιμασία της έσχατης ώρας.
Έπρεπε να μιλήσουμε προτού μας εύρει η νύχτα.

Μα αυτό το πριν, το πριν απ’ την ετοιμασία, δεν ετοιμάσθηκε ποτέ,
Όπως τοιμάζονται τ’ αμάξια των μεγάλων ωρών.
Δεν πρόφτασε την έξοδο της τελευταίας ελπίδας
Σαν άλογο ψηλό κομίζοντας την αγγελία μιας τελετής.
Ας το περίμεναν δρόμοι και δυνατότητες κήπων
Στο σταυροδρόμι του ενδεχόμενου.
Ωστόσο θα μπορούσε να επικρέμονταν μες στην πυκνή βροχή σε πτήση αβέβαιη
Απελπισμένου περιστεριού.

Τώρα έγινε αυτό που έγινε, το πιο παράξενο,
Το πιο συντριπτικό ρήγμα του χρόνου,
Που δεν μπορεί να ξεγίνει γυρίζοντας πίσω
Σαν ένα ποτάμι που στράφηκε προς την πηγή.

Ύστερα ήρθε το ύστερα σαν πτώση μιας πέτρας.

Θα καρτερέψω την επιστροφή στην ίδια διασταύρωση,
Έστω σαν ένα αμφίβολο φτερό επάνω απ’ τα νερά.
Μόνο και μόνο για ν’ αλλάξω την κατεύθυνση των ποταμών,
Την κοίτη του αναπότρεπτου, ματαιώνοντας το πριν και το ύστερα.

V

Ποιος ξέρει να πει για τ’ αφημένα σπίτια στον άνεμο,
Τι έπεσε κι έσβησε τη φωνή τους που έφεγγε τις νύχτες
Διώχνοντας τα φαντάσματα. Ίσως το γλήγορο πέρασμα
Κάποιου αλόγου ξαφνιάζοντας τους διαδρόμους.
Ίσως μια πέτρα αιφνίδια, η πέτρα του αδυσώπητου.

Ήρθε από μακριά, πολύ μακριά, γράφοντας κύκλους;
Ήρθε από κοντά; Κανείς δεν ξέρει να πει από πού έπεσε
Μες στην τρομαχτική κραυγή των καθρεφτών
Χωρίς υποψία και στοχασμό συντρίβοντας τα τζάμια και τα είδωλα
Του πιθανού. Μπορεί να τη σπρώξαμ’ εμείς χωρίς να το ξέρουμε
Με αδέξια κίνηση. Μπορεί να την έριξε ξάφνου ο άλλος,
Ο άγνωστος που μας ακολουθεί επάνω στα ίχνη,
Μετρώντας πίσω τα ίχνη μας, σβήνοντας τους χτύπους
Του ύπνου και του ρολογιού.

Αν η μουσική κατάγεται απ’ τα πουλιά,
Όταν κυλούν ανάμεσα στις πέτρες πλησιάζοντας το ανέκφραστο
Πριν ξεψυχήσουν, λίγο πριν ξεψυχήσουν, ας αρχίσουν τα όργανα.
Ίσως ξυπνήσουν όσοι κοιμούνται και σηκωθούν
Μες στα μεσάνυχτα, αλλάζοντας τα μεσάνυχτα. Ίσως ξυπνήσουν,
Ανοίγοντας τον χρόνο σαν ένα βιβλίο κλειστό.

VIII

Κατέβηκα κάτω στους κήπους και είδα τα μοναχικά οστά.
Είπα: εμείς είμαστε, εμείς οι δυο, που αγκαλιαστήκαμε τόσο σφιχτά
Ανάμεσα σε τόσα σταυρωμένα χέρια, ασύντριφτα γόνατα.
Είπα: υπήρξαμε στο σύνορο της σβηστής φωτιάς, στην άκρη του κόσμου,
Σ’ αυτή την ακροθαλασσιά της πιο πυκνής προσδοκίας,
Στην αρχή αρχή, που δε γνωρίζει τέλος, μόνο κοιτάζει
Κατά την άλλη άκρη, κατά τη μεριά του φτερού και του κρίνου,
Περιμένοντας να διασχίσουμε την επικίνδυνη πλαγιά του ανέμου.

Όπως και να ’ναι από ίσκιους φτερών κατάγεται ο άνεμος
Κι η σκόνη απ’ τη γεωμετρία της περιπέτειας.

Η σκόνη σου έχει εμπιστοσύνη περιστεριού
Χτυπώντας το τζάμι της βροχής, αγγίζοντας το σήμαντρο
Των ημερών που γέμισαν χλωμή αμφιλύκη…

XI

Τι ζητείτε ανάμεσα στις άσπρες τούτες πέτρες. Δεν είν’ εδώ κανείς.
Οι πεθαμένοι είναι πιο υπαρκτοί απ’ τους ζωντανούς και δε φαίνονται
Μέσα στην πλήρη τους παρουσία σαν άσπρη στολή από φως.

Πέρα απ’ την όχθη στην άλλη όχθη περιμένοντας
Θυμούνται που κάποτε αγάπησαν κι αγαπήθηκαν και κοιτάζονται
Πίσω απ’ τη σκέπη των καθρεφτών και φαίνονται είδωλα,
Ακούονται θόρυβοι και φωνές σα σμήνη αποδημητικών,
Που πάνε κι έρχονται από βοριά σε νότο κι από ύπνο σε θάνατο
Γεμίζοντας με μακρινή παρουσία τον χρόνο.

Πού είστε και δε φαίνεστε, χέρια του άλλοτε, χέρια της γυμνής περηφάνιας,
Πού κείτεστε σταυρωμένα, που δεν έχετε τίποτα και δεν περιμένετε τίποτα.
Μάτια, που μείνατε στεγνά και δεν μπορείτε να ιδείτε
Κάτω από τοίχους και σκιές και φύλλα που πέφτουν.

XIII

Τα παράθυρα της καθημερινότητας κουράστηκαν
Να μοιράζονται το ψωμί και τη θλίψη μας σκεπάζοντας το πρόσωπο.
Μονάχα τα παράθυρα της αγάπης αντέχουν στον άνεμο
Με την ανυπομονησία τους γεμάτην ήλιους και θάλασσα που δε βουίζει,
Γιατ’ έχει περάσει απ’ την ηχώ στην αφασία, από τη θύελλα
Στους κόλπους της νηνεμίας, κι έχει αποβάλει τη στολή
Μένοντας γυμνή κι αόρατη σαν τα θαλασσοπούλια του άλλοτε.
Όμως μιλεί την πιο δικιά της γλώσσα που δεν ακούγεται
Παρά μονάχα σε κάποιες σιωπές, σε κάποιες παύσεις με λευκά διαστήματα.

Μας συνοδεύουν τα παράθυρα της αγάπης γεμάτα αστερισμούς,
Ιχθύς, που σαλεύουν στο δέρμα τους χωρίς ν’ απλώνουν την κίνηση
Σαν ένα αυλάκι φευγάτου καραβιού στην πιο αβέβαιη επιφάνεια,
Χωρίς πτερύγια που ξεσηκώνουν τον άνεμο.

Όλα τούτα έγιναν διάφανα εμβλήματα πάνω στο στήθος τους,
Μυστικά σημεία μιας προσδοκίας που αναμένεται,
Για να γνωρίζονται, για να γνωρίζουν τον εαυτό τους, όταν σημάνουν τα σήμαντρα.

XV

Θα ξανασυναντηθούμε. Πρέπει να ξανασυναντηθούμε.
Όχι στο γύρισμα ενός κύκλου κάτω από το ίδιο φως που κοίταζε,
Ούτε στην ίδια αυτή γωνία που γυάλιζαν τα μάτια της κι έπνιγε τη φωνή,
Παίρνοντας προστατευτικά το ύφος ενός τάφου.

Μπορεί, ποιος ξέρει; να ξανάρθουν όλα τούτα, να ξαναβρεθούν.
Γιατ’ είναι σημειωμένα εδώ στον χάρτη των μάταιων ταξιδιών,
Στο ίδιο μήκος και πλάτος μιας ατέλειωτης επιφάνειας.
Μπορεί το ίδιο τούτο παράθυρο να σκύψει επάνω στην ίδια θάλασσα
Κι οι ακατάπαυστοι ανεμοδείχτες να συμπέσουν στον ίδιο αμφίβολο καιρό,
Κάτω από τον ίδιο άνεμο, κάτω από την ίδια επίφαση των φαινομένων.
Όμως εμείς θα ’χουμε ταξιδέψει πραγματικά σ’ έναν καινούριον ουρανό,
Θα ’χουμε αράξει παντοτινά σ’ έναν άλλο καθρέφτη.

Τα πουλιά κοιτάζουν κατά τη δύση.
Τα πουλιά συνθέτουν την τελευταία τους προσευχή.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 52
      Σχόλια: 0
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   cactus @ 20-02-2024


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο