Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
132368 Τραγούδια, 270195 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Δενδρόκηπος Ι Ι      
 
Στίχοι:  
Γιώργος Θέμελης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Είναι μια πολιτεία με πολύ φως.

Είδες ποτέ σου σπίτια μαρμαρωμένα
Στον ύπνο σου ή στον ξύπνο;
Εύθραυστα όλα σαν από πορσελάνα,
Με πόρτες αυτόματες που ανοιγοκλειούν.

Κάνεις να κινήσεις το χέρι σου και σπάνει.

Γεμάτα πολυελαίους στις αίθουσες των κατόπτρων,
Πολλαπλασιάζουν το φοβερό φως, το διασπούν
Στα δάπεδα, όπου κολυμπούν ζωγραφισμένοι κύκνοι,
Ωραίες γυναίκες, με γοφούς και στήθη που κοιτούν
Την όψη τους μες στα νερά και καρτερούν τους κύκνους.

Κανένας δεν τα κατοικεί, έχουν όλοι
Ταφεί σε μαρμαρένιους τάφους.

Μπορείς να τους επισκεφθείς,
Όπως επισκέπτεσαι τα Μουσεία.
Έχει ο καθείς τ’ όνομά του στην ετικέτα,
Τον αριθμό του, το είδος του, τα όνειρά του.

Υποφέραμε από πολύ φως, στεγνό καλοκαίρι,
Μα ήταν ωραία, πολύ ωραία.

***

Τώρα που πηγαίναμε παντού — πού να σταματήσουμε.

Όταν κινήσεις για να ’ρθεις, άλλαξε τα μαύρα
Πανιά, το σήμα του πένθους, και μη
Θυμάσαι τις πολιτείες που γνώρισες.
Κλείσε τα μάτια και πες πως είσαι ένας νεκρός
Που ταξιδεύει, μίλησε με τους νεκρούς,
Που καρτερούν μες στην κατοικημένη θάλασσα.

Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ γυμνώθηκε η ψυχή μας,
Μες στα νερά τα δοξασμένα.
Εδώ καθίσαμε και κλάψαμε.

(Έρχονται οι αλλόφυλοι και μας γυρεύουν την ψυχή.)

Θέλω να πω, πως είμαι σαν ένα πλοίο
Με το μικρό του φως μες στα νερά της πολυάστερης Μεσογείου
Εκεί που η γη τεντώνει από παντού
Δαρμένα γυμνά χέρια να κρατήσει τη θάλασσα.
(Είναι ένας πανάρχαιος χωρισμός από μια γέννα
Ή ένα θάνατο βαθύ που συγκλονίζει.)
Εκεί ’ναι οι αυλητρίδες που θρηνούν
Κι αντηχούν οι βυθοί και τ’ ακρογιάλια.
Φωνές γυναικών και βουλιαγμένοι κοπετοί,
Όταν η νύχτα μεσουρανεί να ακούσει
Τον επιτάφιο θρήνο ενός θεού,
Ωραίου, γυμνού, στεφανωμένου με υακίνθους.

Μέσα μου κλαίνε οι αυλητρίδες και χτυπούν τα στήθη,
Μέσα μου πεθαίνει ένας θεός.
Ένας θεός πεθαίνει — γεννιέται ένας θεός.
Οι θρήνοι περνούν προς την αυγή κι αρχίζει ο ύμνος των Αγγέλων.

(Κατεβαίνουν πάνοπλοι και συ ’σαι γυμνός.)

Ιώ γενεαί βροτών ακούς να σου φωνάζει,
Ως να ’σαι συ ο ζητιάνος, και κείνος ο πλούσιος —
Κουρελής και πληγιασμένος, γυρεύοντας να χορτασθείς
Απ’ τα ψιχία της τραπέζης του, μες από δρόμους σκοτεινούς
Και νεκρική ερημία, που τίποτα δεν την ταράζει,
Γάβγισμα σκύλου, βήμα ή μουσική —
Εκτός απ’ την επίμονη επωδό ιώ γενεαί βροτών.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις: υπόμενε και προχώρει.
Μπορεί να ’σαι συ ο τυφλός που τραγουδεί το φως
Και δεν το ξέρεις, δεν το ’χες προβλέψει,
Έχοντας ζήσει μέσα σου όλες τις ζωές.

(Μπορεί να σε σκοτώσουν, να σου βγάλουν την ψυχή.)

Δε γίνεται να γυρίσουμε πίσω, εδώ που φτάσαμε,
Στη μέση του δρόμου, δε γίνεται
Να σταματήσουμε∙ μη στρέφεις πρόσωπο και μην αποκρίνεσαι,
Σ’ όποιον σου κράζει, σ’ όποιον σ’ αγγίζει με το δάχτυλο.
Είναι οι παλαιές ψυχές που σέρνεις μες στην ψυχή σου.
Ρίχνε τους λίγα ψίχουλα και πέρνα.

(Να τη γυμνώσουν, να της φορέσουν ψευδή πορφύρα.)

Είσαι σαν ένας αλλοτινός αντίλαλος και πας,
Ανοίγεις δρόμο προς την πρωία,
Με το έμφυτο κέφι, με το πανάρχαιο
Ήθος μιας φωτεινής ευγένειας.
Κατατομή από σκαμμένο μάρμαρο, λύρα ο θυρεός,
Μ’ ένα δελφίνι θαλασσοτίναχτο στη πλώρη.

Όταν θέλεις γίνεσαι δαίμονας, όταν θέλεις άγγελος.

Μη σταματάς, προχώρει γοργά
Μες απ’ εκρήξεις μεταμορφώσεων.

Χτύπα την πόρτα και περίμενε.
Χτύπα, ξαναχτύπα, φώναξε δυνατά,
Να σπάσουν οι αρμοί, ν’ ακούσουν οι πεθαμένοι.

(Να την διαπομπεύσουν, κι ύστερα να της περάσουν τα καρφιά.)

Ακούω φωνές απ’ το λιμάνι,
Φωνές πνιγομένων και δε λυπάμαι.
Να πνιγούν οι πνιγμένοι, να εκβραστούν.

(Τας θύρας!… Τας θύρας!…)




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 62
      Σχόλια: 0
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   cactus @ 21-02-2024


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο