Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
132368 Τραγούδια, 270195 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Αναμονή      
 
Στίχοι:  
Γιώργος Θέμελης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Παρά τη νύχτα που έρχεται και τη βροχή,
Παρά τον ακατάσχετο άνεμο,
Επιμένω να συνεχίζω το μαρτύριο
Ν’ ανασκαλεύω το πάθος μου, την τύψη μου,

Όπως τη στάχτη και τη χόβολη.

Ως ν’ αγωνίζομαι να κάμω
Την τελευταία μου προσευχή,
Εδώ που βρέθηκα και καρτερώ.

(Τι καρτερώ μέσα σ’ αυτή την έρημο του χρόνου, τι περιμένω).

Μονάχος, άυπνος,
Σαν κάτω απ’ τη σκιά μου,
Μ’ έναν παλιό χιτώνα από πορφύρα.

Το ’δωσα το έχει μου, το είναι μου,
Το ’δωσα, το πούλησα,
Για ένα κομμάτι ψωμί,
Για λίγη αγάπη, για μια λέξη.

Τα ’δωσα όλα, αποκενώθηκα,
τροφή στα όνειρα, ψίχουλα στα πουλιά.

Δεν το ’ξερα πως είχα απάνω μου
Τόσα κρυφά καρφιά,
Να μην μπορώ να κάμω τίποτα,
Να γεννηθώ ή να πεθάνω,
Ν’ αλλάξω αίμα, υπόσταση,
Τη μοίρα μου.

Πόδια ανυπάκουα, χέρια στιγματισμένα
Σαν τον γυμνό και τον κρεμάμενο.

Ως να μου παίρνουν τη μνηστή κάτω από τα στέφανα,
Κάτω από τα φώτα των πολυελαίων.

Ως να μου βγάζουν την ψυχή.

Πώς υπομένουν το βάρος του,
Αμίλητα κι αστέναχτα,
Τα πετρωμένα αγάλματα,
Τι καρτερούνε τα βουνά.

***

Σιγά-σιγά, στάλα τη στάλα
Λιγόστεψε το φως.
Μέσα μου λιγόστεψε.

Ισκιώσανε τα μάτια μου, τα χείλη μου.

Φάσματα γύρω μου, κάρβουνα,
Παλιές σβηστές φωτιές,
Που κάποτε έκαψαν τα χέρια μου,
Καπνίζουν ακόμα, ξεψυχούν.

Στάχτη πέφτει στην όψη μου,
Καπνιά μες στον καθρέφτη μου.

Θαμπώνει αργά το σώμα μου, νυχτώνει.

Κόκαλα το ’χτισαν
Και το σκέπασαν άστρα
Και στάζει μέσα και μουλιάζει.

(Λάσπη και καταστάλαγμα,
Λάσπη μες στην ψυχή μου.)

Και θέλω ν’ ανασηκωθώ μες απ’ το βράδιασμα,
Να βάλω μια φωνή να πάει απάνω
Ως τ’ άφταστα ψηλά μεγάλα παράθυρα.

Πίσω τον ήλιο τον αμετάτρεπτο, πίσω τον άνεμο,

Να γυρίσω πίσω πρόσωπο, να πάρω πίσω
Τα παλαιά χαμένα βήματά μου.

Να τα καλέσω μέσ’ απ’ τον ύπνο, να τ’ αναστήσω:

Σηκωθείτε, αλλοτινά φθαρμένα μου ποδήματα,
Χέρια μου πρωτινά φτερά ξαναφυτρώστε.

Ως να με κυνηγούν ζώα, σκυλιά,
Και δεν μπορώ να κινηθώ,
Να πάρω την κομμένη ανάσα μου.

Απλώνεται η σκιά μου, μεγαλώνει.

Σκεπάζει πίσω τα πράγματα,
Τα σβήνει αργά σαν άστρα,
Να μην υπάρχει φως.

Ντρέπομαι, ψυχή μου, ντρέπομαι να πεθάνω,
Να σ’ αποχωριστώ
Μέσ’ απ’ τη μοιρασμένη ενσάρκωση
Μέσ’ απ’ την κοίτη την κοινή.

Ντρέπομαι τη στερνή ντροπή, την παραμόρφωση.

Κάτι έχουμε κάμει, κάτι
Αγοράσαμε και δεν πληρώσαμε
Και μας χτυπούν την πόρτα.

Ως να ’μαστε ένοχοι πεθαίνουμε.

***

Μια αναπάντεχη επίσκεψη,
Μια έκπληξη σαν αστραπή
Μου τυφλώνει τα μάτια, με παιδεύει
Να ξαναϊδώ, να βγάλω άλλα μάτια.

(Από πού έρχεται, από ποιαν απόμακρην αναλαμπή.)

Καθώς αναμονή ενός θαύματος,
Που μέλλεται νά ’ρθει, εγκυμονείται.

Είναι παράλογη η ψυχή μου.

Μπορεί τάχα να γίνει ό,τι δε γίνεται,
Ό,τι δεν αναφαίνεται ν’ αναφανεί,
Μέσα σε μια αιφνίδια έκρηξη εκθαμβωτική.

Μα δεν ακούγεται σάλπιγγα, δεν αντηχεί καμπάνα
Στον ουρανό τον ανεκλάλητο, στην ξεχασμένη γη.

Σαλπίζει μόνο Σιωπητήριο, σημαίνει κλήση των νεκρών,
Να συναχτούν να θάψουνε τους εαυτών νεκρούς.

Χτυπάει η αξίνα, ξεριζώνει
Ρίζα βαθιά και μαύρη πέτρα.
Χτυπάει η αξίνα, δεν προφταίνει
Τους ζωντανούς που βιάζονται,
Τους πεθαμένους που περιμένουν.

Βουρκώνει επάνω το εγκόσμιο φως.

Ν’ ανοίξω μέγα πέτρινο βαθύ κιβούρι,
Αράγιστο, και να σ’ ενταφιάσω.
Να μη σε βρίσκει λάσπη και βροχή,

Πανέμορφε γυμνέ Εαυτέ μου περιπόθητε.

Να σου βάλω ρούχα ατίμητα, μαλαματένια δαχτυλίδια,
Μυρωδικά, ψιμύθια, λαμπρούς καθρέφτες
Με σκαλιστά πουλιά και φύλλα.

Να σου φορέσω μια χυτή μια διαμαντένια προσωπίδα.

— Έρχονται τάχα πίσω, ξαναγυρίζουν
Όσοι αγάπησαν και σώθηκαν.
Αγνώριστοι έρχονται και σαν λησμονημένοι
Μες σ’ άφαντα φορέματα και προσωπεία.

Χτυπούν τις πόρτες, χτυπούν τα στήθη.
Κανείς δεν τους ακούει μες στη βοή. —

***

Αισθάνομαι, μες στην αναμονή,
Μια μακρινή ευωδιά σαν από κρίνα.

Από κλειστούς έρημους κήπους, κοιμητήρια

Να ’χει τάχα κάπου βρέξει και νότισε
Η ανασκαμμένη γη; Να ’χει τάχα μουλιάσει
Η μνήμη μέσα η αποστεγνωμένη
Και μύρισε η ανάμνηση εντάφια μύρα;

(Ω γλυκύ μου έαρ…)

Η ευωδιά μας ευώδιασε, το μύρο μας το μελλοντικό.

— Το άρωμά σου απλώνεται, πολλαπλασιάζεται
Στα ρούχα μου, στη θλίψη μου, στα κόκαλά μου.
Γεμίζει μέσα ο ύπνος, ευωδιάζει, γεμίζει ο θάνατος.
Μέσα σε κρίνα και υακίνθους θα σ’ ανταμώνω. —

Κάπου αστράφτει, κάπου σβήνει.

Μια πάχνη πάνω στα χείλη μου,
Μια συγνεφιά στα βλέφαρά μου.

Μακριά, πολύ μακριά,
Μακριά γεννιέται η Άνοιξη.

Αργούν πολύ τ’ αμάραντα, ρόδα τα κλειστά,
Τ’ άφθαρτα σώματα.

(Ωσπότε η ρημαγμένη αναμονή.)

Τίποτα δεν εξαγοράζεται
Με τύψη με στάχτη στα μαλλιά,
Με το αίμα του εσφαγμένου Αμνού.

Κάθε ψυχή σηκώνει την πέτρα της.
Κάθε Άγγελος σέρνει το ζώο του.

Πλένεσαι, ξεπλένεσαι,
Τρέχουν τα βρόμικα νερά.

(Πώς τα χωράει και τα χωνεύει
Τόσα θολά ποτάμια η θάλασσα)

Ύπνος, φαγί, και μοναξιά,
Αδιάκοπα, αναπόφευχτα.
Σωριάζονται τα τσόφλια και τα ψίχουλα.

Ξαναβγαίνουν τα νύχια, ξαναφυτρώνουν τα μαλλιά.

(Να τα μαζέψουμε, να τα φυλάξουμε,
Τούφες, ξεσκλήδια κι αποκόμματα.)

Δεν θα πάψει ποτέ
Η αντηχημένη χλαλοή,
Ποδοβολή από πόδια και άλογα.
Πολύ μακριά, πολύ κοντά.
Ως να βουίζει μέσα ο χρόνος,
Ως να κραυγάζει η συγνεφιά,
Χίλια χέρια, χίλια στόματα.
«Σταύρωσον… Σταύρωσον…»

Ακούς τον χτύπο του σφυριού.

Στάλες σπιθίζουν στον αγέρα,
Αλαργινά λαμπρά μηνύματα.

Λαμπηδόνες σταλάζουν στα μαλλιά.

Ας έρθει το αναμενόμενο σύγνεφο, ας ρίξει μια βροχή,
Ανήλεη, ακατάσχετη, ας κατεβάσει ποτάμια,
Να καθαρίσει τον ουρανό, να ξεπλύνει τη γη,
Όξος, χολή, σκουλήκια, τσόφλι και ψίχουλο,
Άλογα, ξύλα και χαρτιά.

***

Φυσάει ο αγέρας, ανεβαίνει ο κουρνιαχτός.

Ως να διαβαίνουν ζώα μες στον χρόνο.
Ως να φωνάζουν άνθρωποι, φωνές μεγάλες,
Σαν φοβισμένα σκυλιά, να διώξουν τον θάνατο.

Ο καθείς μονάχος, χωριστά απ’ τους άλλους,
Ο καθείς φωνάζοντας για την ψυχή του.

Και κλειούν τις πόρτες τους, βάζουν το μάνταλο και το κλειδώνουν.

Κανείς δεν τόνε βλέπει, δεν τον ακούει,
Σιγοπατεί σαν κλέφτης στο σκοτάδι.

Να μη σκιαχτούν τα ζώα, να μην τρομάξουν τα πουλιά.

Κανείς δεν ξέρει την ώρα του, την ώρα που έρχεται.

Κοντά γυρίζει, ψάχνει τα ίχνη σου,
Πατεί τους δρόμους σου, τις νύχτες σου,
Μετράει τα βήματά σου.

Αν έρθει στην πόρτα σου, μη σου φανεί νωρίς,

Ως να ’σαι ο αργοπορημένος,
Ως να ’χεις μόλις φτάσει από μακριά μες στην αποδημία.

Ετοίμαζε την ψυχή σου.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 69
      Σχόλια: 0
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   cactus @ 22-02-2024


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο