Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
125039 Τραγούδια, 264886 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

Το μπλουζ των μουδιασμένων - 2017      
 
Στίχοι:  
Χάρης Αρώνης
Μουσική:  
Χάρης Αρώνης


Βαρέθηκα να ξαγρυπνώ σε άδεια δωμάτια
να πίνω το σκοτάδι με ορθάνοιχτα μάτια
να μη μπορώ να κοιμηθώ.

Κουράστηκα να ψάχνω για ελπίδες και λύσεις
τη νύχτα όσο κι αν στείβω, δε γεννά απαντήσεις
κι είναι πανικός το πρώτο φως.

Η πόλη ξημερώνει με βουή
κι ο ήχος της στ’ αυτιά μου μοιάζει ρόγχος.
Η πόλη ξημερώνει ιδρωμένη, πνιγηρή
κι ο ήχος της στ’ αυτιά μου μοιάζει ρόγχος, με ριγεί
και με τρελαίνει, μ’ αρρωσταίνει.
Με τις παλάμες μου κρύβω το πρόσωπό μου
κι έτσι αν κλαίω ή αν με τύφλωσε το φως
κανείς δεν ξέρει.

Μπερδέψατε ουσία με περιουσία
ανόητες ζωές σε νευρική αφασία
πασχίζετε, χωρίς σκοπό.

Ποτέ σας δε νοιαστήκατε το διπλανό σας
κοιτάζατε να σώσετε τον πισινό σας
γκρινιάζετε, μα είν’ αργά.

Μια χώρα ονειρεμένη μαγική
ποια μοίρα στους αιώνες ξεπληρώνει;
Μια χώρα ευλογημένη απ’ τους θεούς, μαγική
ποια μοίρα στους αιώνες ξεπληρώνει τραγική
και μόλις ανασταίνεται ξαναπεθαίνει;
Με τις παλάμες μου κρύβω το πρόσωπό μου
κι έτσι αν κλαίω ή αν δε θέλω να κοιτώ
κανείς δεν ξέρει.




 Στατιστικά στοιχεία 
       Δημοφιλία: -
      Αναγνώσεις: 658
      Σχόλια: 1
      Αφιερώσεις: 0
 
   

 Δισκογραφία 
 
[1] 17
2017
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Αφιέρωσέ το κάπου
Νέα μετάφραση
Εκτυπώσιμη μορφή
Αποστολή με email
Διόρθωση-Συμπλήρωση
 
   
 
   AR-0n @ 27-10-2017
   AR-0n
03-02-2018 23:58
Από λάθος έχουν μπει οι στίχοι του τραγουδιού "Κανείς δεν ξέρει" που ανήκει στο ίδιο άλμπουμ, το "17". Μέχρι να διορθωθεί, βάζω εδώ στο σχόλιο τους σωστούς στίχους:

ΤΟ ΜΠΛΟΥΖ ΤΩΝ ΜΟΥΔΙΑΣΜΕΝΩΝ

Γερά στο χέρι το ποτήρι σου σφιγμένο
καρφιά στη σκέψη σου και στην καρδιά σου φράχτες
κι είναι το βλέμμα στο τασάκι καρφωμένο
λες και θα βρεις τη λύση ανάμεσα στις στάχτες.

Να ουρλιάξεις θες, μα τα φτερά σου παγωμένα
στέκεις λοιπόν θολός και άδειος στη γωνία
κι όσοι σε πρόδωσαν, τσιγάρα τελειωμένα
που σβήνεις το 'να πίσω απ' τ' άλλο με μανία.

Πώς φύγαν οι ώρες και σε λίγο ξημερώνει
θεριά κι αγγέλοι στους καπνούς μονομαχούσαν
όλη η νύχτα μια φωτιά που δε μερώνει
πριν κάνει στάχτη όσους κάποτε γελούσαν.

Βγαίνει ο ήλιος και την πόλη κοροϊδεύει
σαν λούζει φως τόσους που πρόωρα γερνάνε
τρέχουν στους ίσκιους να κρυφτούν και ποιός γυρεύει
να βγει στους δρόμους κι όσα έρθουν κι όσα πάνε.

Βγαίνει ο ήλιος και την πόλη κοροϊδεύει
σαν λούζει φως τόσους που πρόωρα γερνάνε
κι εσύ ποτέ δεν θα σκεφτείς πως τους βολεύει
μη βγεις στους δρόμους κι όσα έρθουν κι όσα πάνε.


Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο