Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
121582 Τραγούδια, 258555 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 2ο γράμμα για τους Wasungu, βιομηχανία
 θα αναρτήσω άν θέλει ο Θεός όλες τις επιστολές κ παρακαλώ άν κάποιος έχει εκδοτικό οίκο να τις δημοσιεύσουμε σε βιβλίο ή άν κάποιος γνωρίζει κάποιον εκδοτικό οίκο να με φέρει σε επικοινωνία, τώρα που κλείνουν 100 χρόνια
 
[font=Palatino Linotype][color=navy][B]Δεύτερη επιστολή
Birkhain, 20 Μαΐου 1912
Φωτοδότη Kigeri! [Βασιλέα!]
Είμαι σε έναν τόπο μοναχικό. Λοφοι με θάμνους με περιτριγυρίζουν. Μιά λίμνη κείτεται ανάμεσα σε δέντρα, στις καλαμιές της όχθηςτης κολυμπάνε πάπιες. Στα ρηχά νερά στέκονται γερανοί [πουλιά] και ψηλά στον αέρα πετούν δύο πελαργοί, οι οποίοι μόλις τώρα ήρθανε απο την Κιταρα όπου περνάνε την εποχή που εδώ κάνει πικρό κρύο και πάγος με χιόνι ώς το ανάστημα ανθρώπου καλύπτουν τη γή, τέτοιος καιρός που Σου είναι γνώριμος απο την κορυφή του Karissimbi. Η άγρια βοή των πόλεων δέν φτάνει ώς εδώ, και θα μπορούσα να φανταστώ οτι βρίσκομαι στην Κιταρα, στις όχθες της [λίμνης] Ruhiga, στους ευρείς κόλπους του Urigi, όπου η κραυγή των εστεμμένων [=με λοφίο] γερανών αντηχεί ώς μακριά, καθώς με αργές κινήσεις των φτερών ίπτανται πάνω απο τα ωριμασμένα χωράφια. Είναι η ίδια κραυγή που ακούω εδώ. Το πουλί όμως φαίνεται διαφορετικό: του λείπει το φουντωτό στέμμα, δέν έχει άσπρο στήθος, ενώ κοκκινωπό του χαλκού γυαλίζει το πίσω μέρος του κεφαλιούτου. Σ’ αυτό το μέρος ήρθα γιατί ένιωσα ανακατεμένο το κεφάλιμου με τα καινούργια και ενάντια πράγματα που είδα σε αυτήν την ξένη χώρα, και γιατί ήθελα να βρώ ησυχία απο τον θόρυβο.
Ακτινοβόλε Ηγέτη! Όταν κινούμαι ανάμεσα στις χιλιάδες των στενο-φορεμένων Wasungu [Wa=πληθυντικός αριθμός· sungu =ευρωπαίος] ή όταν τη νύχτα απο όνειρα ξυπνώ, μου φαίνεται σάν να έχω πιεί Pombe [μεθυστικό ποτό]. (Όπως μιά φορά που ο Ibrahimu δέν μου είχε πεί ακόμη τίποτε απο την διδασκαλίατου κατα την οποία ο άνθρωπος στο μεθύσιτου δέν έχει καμιά αξία). Η χώρα αυτή καλύπτεται απο κάτι σάν μεγάλη παραίσθηση. Στην Κιταρα λένε: όπου ανάμεσα στα βουνά καπνός υψώνεται, εκεί θέλει να φτάσει ο κάθε ταξιδιώτης, γιατί εκεί έχει ζεστασιά και ζεστό φαγητό. [Εκεί που φαίνεται καπνός] ένας τεχνίτης με τη βοήθεια της φωτιάς λαξεύει το ξύλο, ένας σιδηρουργός που εργάζεται λιώνοντας το σίδερο κάθεται στον ανοιχτό αέρα με το φυσερότου, ένας μεταλλουργός σφυροκοπώντας φτιάχνει αιχμές ακοντίων, τσάπες, και βελόνες. Εκεί γύρω σφύζει η ζωή, και πολλοί άνθρωποι έρχονται και χαίρονται με τη μαστοριά και την τέχνη που είναι έμφυτη στο λαό. Όταν ένας μεταλλουργός σηκώνεται απο τη δουλειάτου, καμαρώνουν τους φαρδείς ώμους σχεδόν περισσότερο απο ό,τι τα επιδέξια χέρια.
Στη Γερμανία έχει πάρα πολύ καπνό. Αλλα δέν είναι καπνός που να τραβάει τα μάτια ενός ταξιδιώτη, που να κάνει το βήμα γρηγορότερο ή την καρδιά να χτυπάει πιό γρήγορα [απο χαρά]. Δέν είναι καπνός στον καθαρό αέρα· είναι καπνός στην καταχνιά, είναι καπνός μέσα στον καπνό. Με μακριούς απο πέτρα σωλήνες οδηγείται στον ουρανό [αυτός ο καπνός], αλλα ο ουρανός δέν τον θέλει, [δέν τον δέχεται] και έτσι [ο καπνός καταλήγει κάτω και] καλύπτει τη γή σάν πρωινή ομίχλη. Και όταν [αυτός ο καπνός] σάν μιά πυκνή μάζα που κόβει την αναπνοή απλώνεται παντού, πώς θέλεις τότε να τρέξεις εκεί απο όπου βγαίνει [αυτός ο καπνός] και να τον απολαύσεις! [Αλλα για να μιλήσουμε σοβαρά] είναι το αντίθετο: όποιος θέλει να μή γεμίζει τα πνευμόνιατου με καπνό, φεύγει απο τον τόπο όπου πολλοί ντόπιοι μαζί κατοικούν, φεύγει σε μέρη όπου ο αέρας ακόμη είναι καθαρός και φρέσκος. Διότι είναι ανυπόφορος ο αέρας, τον οποίο οι Wasungu έχουν συνηθίσει να αναπνέουν. Τους αρέσει στην εργασίατους, στην ψυχαγωγίατους, στην εκπαίδευσήτους, ακόμη και στη λατρεία του Θεού, να είναι μαζεμένοι σε κλειστούς χώρους. Για ώρες ολόκληρες. Ο καθένας αναπνέει αέρα τον οποίο ήδη κάποιος άλλος έχει αναπνεύσει. Στον οποίο αέρα προστίθεται καπνός, αιθάλη, και μυρωδιά απο φαγητά. Πολλοί απο αυτούς πρέπει να είναι άρρωστοι. Αυτό [το εικάζω], δέν το γνωρίζω, διότι στους δρόμους βλέπω μόνο γερούς και υποθέτω οτι τους άρρωστους τους βάζουνε σε κάποιο άλλο μέρος. Βάδισα προς έναν μεγάλο καπνό και βρέθηκα μαζί με μιά ομάδα απο κόσμο που βάδιζαν τον ίδιο δρόμο. Ήτανε άντρες και γυναίκες, που όλοι και όλεςτους φαινόταν όχι χαρούμενοι. Ρώτησα έναν νεαρό Sungu γιατί βάδιζε τόσο βιαστικά, μήπως εκεί που πήγαινε υπήρχε κάτι όμορφο να δεί; Γέλασε κοροϊδευτικά και εχθρικά, μου είπε οτι πήγαινε στη δουλειά και άν αργούσε, θα τον επέπληττε «ο γέρος». Και δέν είχε ώρα ο βιαστικός να μιλήσει μαζίμου περισσότερο.
Δέν υπάρχει και κανένας Sungu που να μή βιάζεται. Ο καθένας έχει πάντα κάτι να κάνει, και τώρα καταλαβαίνω γιατί εκείνος ο Sungu που είχε έρθει ταξιδιώτης στην Κιταρα ρωτούσε τόσο συχνά τους ανθρώπους: «σε τί εργάζεσαι;», και [τώρα καταλαβαίνω] γιατί ταραζόταν όταν έπαιρνε την απάντηση "Tinkora mlimô mingikala" = «δέν εργάζομαι, έχω ελεύθερο χρόνο». Αυτό τον θύμωνε, γιατί στη Γερμανία δέν υπάρχει κανένας που δικαιούται να είναι ικανοποιημένος χωρίς δουλειά, εκτός άν έχει πολύ χρήμα. Όλοι δουλεύουν, γιατί θέλουν να έχουν χρήματα. Και όταν έχουν χρήματα, δέν τα χρησιμοποιούν για να αποκτήσουν ευτυχία, πράγμα που δέν θα κόστιζε άλλωστε τίποτε, αλλα πείθονται απο άλλους που θέλουν να κερδίσουν χρήμα, οτι για να είναι ευτυχισμένοι πρέπει να αγοράζουν κάθε λογής πράγματα, [δηλαδή] πράγματα που είναι εντελώς άχρηστα και κατασκευάζονται εκεί απο όπου υψώνεται ο καπνός.
Νομίζω οτι ένας άνθρωπος που «την περνάει» με λίγα και δέν αγοράζει τίποτα, στη Γερμανία [ένας τέτοιος άνθρωπος] δέν είναι σε υπόληψη. Ενώ κάποιος που περιβάλλεται απο χιλιάδες πράγματα, που τα διαφυλάσσει, τα προστατεύει, τα κλείνει κάπου μέσα, τα καθαρίζει, δηλαδή πράγματα που καθημερινά πρέπει να φροντίζει, αυτός αξίζει κάτι. Και τέτοιος άνθρωπος δέν έχει ποτέ δικαίωμα να έχει χρόνο για κάτι, δέν μπορεί να κάτι τίποτε χρήσιμο. Υποχρεώνεται συνεχώς να κάθεται πάνω στα πράγματάτου, αντί να βγαίνει στον κόσμο και να μαθαίνει [ακούγοντας απο το στόμα του λαού] τραγούδια. Ενώ στην Κιταρα μας ανήκει μόνο ένα ραβδί, μιά πλεχτή τσάντα που έχει μέσα [και] δυό ξύλα για άναμμα φωτιάς μέσω τριβής, και ένα Zupfgeige [μουσικό όργανο αντίστοιχο με βιολί χωρίς δοξάρι, που οι χορδές παίζονται με τα δάχτυλα, κάτι σάν το αφρικανικό «κορα»]. Αυτό μπορεί ο καθένας να το πάρει μαζίτου και να ταξιδέψει, και ύστερα, ύστερα απο φεγγάρια [μήνες] επιστρέψει στο σπίτιτου, έχει να διηγείται για τους χορούς και τα τραγούδια άλλων λαών, για τον τρόπο που άλλοι λαοί κυνηγούν ελέφαντες, και το πώς στολίζουν τα ώριμα [για γάμο] κορίτσια.
Αυτή είναι η παράνοια που καλύπτει τη χώρα: και στην Γερμανία θα πρέπει να υπήρχε εποχή που ο καπνός έδειχνε τον τόπο της χαρούμενης δημιουργικότητας· τώρα είναι παρελθόν. Μιά κατάρα έπιασε την τέχνη που παράγει την φωτιά, άθλιοι σκλάβοι είναι οι ντόπιοι που με τη δύναμη της φωτιάς εργάζονται. Αυτό το είδα όταν πήγα εκεί που βγαίνει ο καπνός. Σε φοβερό θόρυβο, μεγαλύτερο και απο [το θόρυβο] της ανοιξιάτικης καταιγίδας, στέκονται άντρες και γυναίκες κινώντας τα χέριατους στις μηχανές. Στέκονται εκεί, σε κακό αέρα, σε κλειστό χώρο, ντυμένοι σε ολόκληρο το σώματους. Κάνουνε μιά δουλειά που ποτέ δέν αποπερατώνεται, όλο το χρόνο κάνουνε την ίδια δουλειά. Ενώ στην Κιταρα, πόσο καλύτερα είναι! Εκεί κάθε εποχή έχει τη δικήτης τη δουλειά, και δέν χρειάζεται κανένας να στέκεται όλον τον χρόνο πάνω απο το φυσερό ή να κοπανάει φλοιό [δέντρων] για να φτιάξει πανί [σημείωση: στην Αφρική, καθώς και σε άλλα μέρη, συνήθιζαν να φτιάχνουν λεπτό πανί απο φλοιό ορισμένων δέντρων κοπανώνταςτον ώσπου να λεπτύνει και να μαλακώσει οπότε γίνεται σάν πανί για ρούχα, κλινοσκεπάσματα κλπ. Αυτού του είδους το πανί ήταν απο τα πιό πολύτιμα πράγματα που είχε ένας Αφρικανός να αποταμιεύσει]. [Σε εμάς, έρχεται η εποχή που] για την καλλιέργεια της γής πρέπει να είναι οι τσάπες έτοιμες. Γι’ αυτό σφυροκοπούν οι σιδεράδες, και πρίν απο τους σιδεράδες άλλοι τεχνίτες λιώνουν το σίδερο. Ο καπνός παρασύρεται και διαλύεται, και τα πιό τρυφερά ακόμη φυτά φυτρώνουν ολόγυρα απο το καμίνι. Και τα πνευμόνια των ανθρώπων γίνονται πάλι καθαρά.
Ανέφερα οτι οι ντόπιοι φοράνε ρούχα ακόμη και όταν δουλεύουνε. Είναι πραγματικά έτσι, και με αυτό απορώ όλο και περισσότερο. Όλοι οι ντόπιοι κυκλοφορούν πάντοτε ντυμένοι, ακόμη και στο μπάνιο έχουνε απάνωτους ένα λεπτό ρούχο. Κανένας δέν έχει δικαίωμα να κυκλοφορεί γυμνός, μάλιστα κανείς δέν το θεωρεί προσβλητικό και αγενές να φοράει ρούχα. Ακόμη και ο βασιλιάς της χώρας υποτάσσεται στην απαίτηση του ντυσίματος. Στο σώματου φοράει χοντρά ραμμένα υφάσματα, το κεφάλιτου το σκεπάζει, και τα πόδιατου τα περιβάλλει με ραμμένο δέρμα μοσχαριού. Πόσο μεγάλος και επιβλητικός, είσαι, Mukama [=βασιλέα], απέναντίτου! Το ρούχοσου είναι νήματα ράφφϊα που κρέμονται απο τα δύο λαξευμένα κέρατα ενός άγριου τράγου της θαμνώδους εξοχής, ένα κατσικίτσιο δέρμα κομμένο σε λωρίδες σκεπάζει το αριστερό ισχίοσου. Ελεύθερο αναπνέει το στήθοςσου, ο ήλιος λάμπει στο λείο δέρμασου, και τα γυμνά πόδιασου αγγίζουν την εύφορη γή. [σημείωση: εδώ μιλάει στον Αφρικανό βασιλέατου, λέγοντας οτι είναι πολύ μεγαλοπρεπέστερος απο τον βασιλέα των Γερμανών που φαίνεται σάν κακόμοιρος καθώς σκεπάζεται απο ρούχα τα οποία φοράει για να φαίνεται μεγαλοπρεπής, ενώ ο Αφρικανός φαίνεται πραγματικά μεγαλοπρεπής γιατί λίγο μόνο καλύπτει το σώματου, απο τη μέση και κάτω, φορώντας κατσικίσιο δέρμα, κομμένο σε λωρίδες για να διευκολύνεται η κίνηση, και πυκνά νήματα απο ράφφϊα. Η ράφφϊα είναι απο τα φύλλα είδους φοινικιάς που κόβονται σε λεπτές λωρίδες αποτελούμενες απο ίνες πολύ γερές, μαλακές, ευλύγιστες και που δέν μαζεύουν στο πλύσιμο. Η ράφφϊα σήμερα παράγεται σε αρκετά μεγάλες ποσότητες στη Μαδαγασκάρη απο όπου και εξάγεται, χρησιμοποιείται για ρούχα και για κάθε άλλο πράγμα που κατασκευάζεται απο ίνες ή λωρίδες όπως π.χ. σκοινί ή ψάθα. Ο Αφρικανός βασιλέας φορούσε στη μέση δύο κέρατα αγριοκάτσικου εν είδει ζώνης, απο την οποία «ζώνη» κρέμονταν πυκνά νήματα ράφφϊα καλύπτοντας έτσι το σώμα γύρω απο τους γλουτούς και τα γεννητικά όργανα].
Έτσι τριγυρίζω κι εγώ άντυτος εδώ στην αμμουδιά, όπου δέν με βλέπει κανένας ντόπιος. Άν με έβλεπαν γυμνό, θα με εδίωκαν ποινικά. Πρέπει καί εγώ σε αυτήν τη χώρα να φοράω ρούχα, προκειμένου να μήν ξεσηκώσω τον κόσμο. Είναι ένα βάσανο για τον ελεύθερο υπηρέτηΣου [=εμένα], ένας πόνος και ένας κίνδυνος, τα οποία πρέπει να υπομένει [=να υπομένω] για χάρη της έρευνας και για να έχει η Κιταρα γνώση.
Θα νομίζεις οπωσδήποτε οτι οι ντόπιοι της χώρας έξω απο τις μεγάλες πόλεις κυκλοφορούν γυμνοί. Όχι, ακόμη και έξω απο τις πόλεις ντύνονται απο το κεφάλι μέχρι τα πόδια, και προπαντός δέν βλέπει κανείς ποτέ έναν άντρα που να μή φοράει καπέλο στο κεφάλι. Άν βγεί κανείς στην πόλη χωρίς καπέλο, θα τρέξουν πλήθη οι ντόπιοι, θα μαζευτούν γύρωτου και θα τον κοροϊδεύουν. Το καπέλο είναι σύμβολο αξιοπρέπειας, ακόμη κι άν το καπέλο είναι ένα μάτσο λεκιασμένο πράμα εμποτισμένο με ιδρώτα, θεωρείται ευγενές να το φοράς. Φυσική συνέπεια είναι στους περισσότερους Wasungu τα μαλλιά απο έλλειψη αέρα και φωτός να τους πέφτουν και το κεφάλιτους να φαλακρώνει. Αυτό είναι μεγάλη στενοχώρια όλων των ανδρών, και δίνουνε πολλά χρήματα σε ανθρώπους που θέλουν να βγάλουν λεφτά με την φροντίδα των μαλλιών άλλων ντόπιων. Έτσι τους δίνουν την ευκαιρία να συνιστούν και να πουλούν πολλά διάφορα υγρά [κατά της τριχόπτωσης και φαλάκρας]. Μόνο ένα πράγμα δέν κάνουν [γι’ αυτόν το σκοπό], το οποίο δέν κοστίζει τίποτε και μπορεί να το εφαρμόσει ακόμη και ο πιό φτωχός στην Γερμανία όπως και στην Κιταρα: να μή βάζει καπέλο στο κεφάλιτου.
Οι Wasungu λένε οτι χρειάζεται το καπέλο για να ζεσταίνει και να προστατεύει το κεφάλι, καθώς και για να χαιρετούν με αυτό. Ο χαιρετισμόςτους δηλαδή συνίσταται στο να βγάζουν το καπέλο απο το κεφάλι μία φορά και έπειτα να το ξαναφορούν. Το γονάτισμα και το χτύπημα των χεριών [το να ενώνεις τις παλάμες] για χαιρετισμό είναι [σ’ αυτούς] εντελώς άγνωστα.
Το πώς πρέπει να ντύνουν το σώματους το ορίζουν εκείνοι οι τεχνίτες που ράβουν τα ρούχα, και προπαντός οι πλούσιοι ντόπιοι τους ακολουθούν [τους δημιουργούς της μόδας] αυστηρά. Άν νομίζεις οτι τέτοια ρούχα [που φοράνε] είναι για να προβάλλουνε του σώματος τη δύναμη, την ομορφιά και την ευλυγισία, κάνεις λάθος. Τα ρούχα των ανδρών κατασκευάζονται έτσι ωστε ο κάθε ασθενικός άνθρωπος να φαίνεται ίδιος με έναν μυώδη, οπότε δέν έχει κανένας την επιθυμία να βελτιώσει το σώματου ούτε φυλάγεται απο το να παραμορφώνει το κορμίτου: τα ρούχα[τους] καλύπτουν κάθε αδύνατο σημείο. Ακόμα και οι γυναίκες στην εκλογή ανδρών δέν κοιτάζουν την ομορφιά και τη δύναμη του σώματος, αλλα τη μορφή και την αξία των ρούχων και του καπέλου. Οι γυναίκες δέν ξέρουν κάν πώς είναι στην όψη ένα όμορφο, καλοχτισμένο σώμα. Άρα παντρεύονται ένα κοστούμι και μαζί τον άνθρωπο που είναι μέσα σ’ αυτό. Η κακιά συνήθεια [το κακό γενικευμένο έθιμο] του ντυσίματος φέρνει και ένα ακόμη κακό: οτι οι άντρες και οι γυναίκες των Wasungu παντρεύονται χωρίς να ξέρουν ο ένας πώς είναι ο άλλος χωρίς τα ρούχα. Αυτό στην Κιταρα θα θεωρούνταν οτι είναι ντροπή και η πιό χαμερπής απρέπεια, άν ποτέ συνέβαινε. Θα ήταν έγκλημα κατά του μέλλοντος του λαού. Στη Γερμανία θεωρείται κόσμιο[!]
Θα θελήσεις, μεγάλε βασιλέα, να μάθεις τί φοράω εγώ ο ίδιος στο κορμίμου για να μπορώ να περπατήσω ανενόχλητος στις πόλεις των ντόπιων, και πώς αντέχω τη βρωμιά που λέγεται «ρούχα»;
Το πρωί μετά το μπάνιο τρίβω το δέρμα[μου] με λάδι και φοράω τα εσώρουχα και τα απο πάνω ρούχα[μου]. Το εσώρουχο στερεώνεται με λωρίδες [τιράντες] πάνω απο τους ώμους· αυτό είναι βάσανο, γιατί αυτές οι λωρίδες [τιράντες] πιέζουν προς τα κάτω το επάνω μέρος του σώματος ωστε να λυγίζει. Απο αυτό πολλοί Wasungu καμπουριάζουνε και η πλάτητους εξέχει κάμποσο. Γύρω απο το λαιμό κουμπώνω ένα δύσκαμπτο περιλαίμιο απο φυτικές ίνες [που είναι] μιά φρικτή εφεύρεση και δέν μπορώ να το καταλάβω δεδομένου οτι οι Wasungu γνωρίζουν πολύ καλά την τέχνη να κατασκευάζουν μαλακά υφάσματα.
Στα πόδιατους οι Wasungu εφαρμόζουν στενά υφάσματα απο προβατίσιο μαλλί [κάλτσες], με τα οποία τα δάχτυλα των ποδιών πιέζονται το ένα πάνω στο άλλο βίαια, έτσι ώστε τους καθίσταται αδύνατον να βαδίζουν με ευστάθεια. Δέν μπορούσα να αντέξω τον πόνο που απαιτούνταν για να φοράω αυτά τα υφάσματα [κάλτσες] στα πόδια, γι’ αυτό και έχω κόψει [αφαιρέσει] το κάτω μέρος αυτών των μερών της ενδυμασίας, που δέν μπορεί να το δεί κανείς διότι ολόκληρα τα πόδια χώνονται μέσα σε δερμάτινες θήκες [παπούτσια] που κλείνονται σφιχτά. Αυτά τα υποδήματα παίζουν μεγάλο ρόλο στην ενδυμασία. Ακούγεται απίστευτο: ακόμη και των υποδημάτων η μορφή αλλάζει ανάλογα με τα βίτσια και τα γούστα των κατασκευαστών, και το πόδι των ντόπιων πρέπει να παίρνει τα πιό παράξενα σχήματα για να χωράει στο παπούτσι. Εγώ προσωπικά παράγγειλα σε έναν κατασκευαστή [υποδηματοποιό] να μου ράψει παπούτσια και είναι τόσο μεγάλα που τα δάχτυλα των ποδιώνμου να μπορούν ελεύθερα να κινούνται εκει μέσα.
Οι Wasungu δέν βγάζουν τα παπούτσιατους όταν μπαίνουν στα σπίτια, δέν πλένουν τα πόδιατους πρίν να μπούν, έχει όμως σημασία [γι’ αυτούς] να είναι το εξωτερικό του παπουτσιού βουρτσισμένο ωστε να γυαλίζει όμορφα. Καταβάλλουν περισσότερο κόπο για την παρασκευή υλικών για το γυάλισμα των παπουτσιών παρά για μεθόδους που να κάνουν το ίδιο το πόδι να γίνεται όμορφο και να διατηρείται υγιές.
Όταν έχω περπατήσει με τα παπούτσιαμου και έρχομαι στο σπίτιμου, κάθε φορά αισθάνομαι οτι πρέπει να βγάλω τα παπούτσια, να βρώ μπροστά απο την πόρτα ένα ποδόλουτρο και έναν πάγκο να καθίσω, και οτι ένας υπηρέτης θα πρέπει να’ρθεί να μου πλύνει τα πόδια και να τα αλείψει με λάδι. Τίποτε απο αυτά [όμως δέν βρίσκεται]: σε μέρη όπου παρέχονται ειδικοί χώροι για να περιμένεις [αίθουσες αναμονής], βρίσκει κανείς βιβλία για διάβασμα και μπορεί να αγοράσει πολλά παράξενα πράγματα τα οποία κάθε ταξιδιώτης [ή επισκέπτης] μπορεί άνετα να τα στερηθεί και χωρίς τα οποία η Κιταρα [η χώραμας] έχει περάσει [μιά χαρά] μέχρι σήμερα· ωστόσο δέν υπάρχει καμία δυνατότητα να πάρεις [=κάνεις] ένα ποδόλουτρο την ώρα της αναμονής. Αλλα ούτε και κανένας ντόπιος θέλει να το κάνει [το ποδόλουτρο]. Και έτσι περπατάνε απο το πρωί ώς το βράδυ με τα ίδια ρούχα και παπούτσια και το ίδιο καπέλο στο κεφάλι· και επειδή θέλουν να φορέσουν τα ίδια ρούχα και την επόμενη μέρα, δέν πρέπει να ιδρώνουν πολύ. Γι’ αυτό λοιπόν και για να διατηρήσουν [να μή φθείρουν] τα ρούχατους, πρέπει να περπατάνε αργά. Το τρέξιμο επιτρέπεται μόνο στα παιδιά. Οι ενήλικες δέν τρέχουνε ποτέ, επειδή όμως πρέπει πάντα να βιάζονται, δέν περπατάνε κιόλας: επιβαίνουνε [σε άμαξες]. Απο την έλλειψη κίνησης αλλοιώνεται το σώματους τόσο πολύ ωστε δέν θα μπορούσαν πιά να παρουσιαστούν γυμνοί ακόμη και άν τα ήθη τους επέτρεπαν να περπατάνε γυμνοί· και έτσι, πολλοί άντρες μοιάζουν σάν σκυλιά που έχουν παχυνθεί ή σάν τα ποταμίσια άλογα [ιπποπόταμους] του Ukonse.
Ρωτάς για τους πολεμιστές της χώρας και για τις γυναίκες; Για αυτά θα σου διηγηθώ αργότερα. Είναι μεγάλες στερήσεις που υφίσταμαι για να εκπληρώσω την αποστολήμου να ερευνήσω αυτήν τη χώρα. Τα ήθη [αυτού] του λαού απειλούν εμένα και την υγείαμου. Όσα το σώμαμου απο έξω βιώνει και όσα αναγκάζομαι μέσαμου [στην ψυχή] να παίρνω ενόσω διαβιώ εδώ, με βλάπτουν [με χαλνάνε].
Δύο μόνο πράγματα με συνόδευσαν απο την πατρίδα ώς εδώ: ο ήλιος που ζεσταίνει την πλάτημου με τις ακτίνεςτου και εκείνο το μεγάλο πουλί που πρίν απο εμένα θα επιστρέψει στην Κιταρα και θα φέρει στον βασιλιάμου χαιρετίσματα απο τον υπηρέτητου, τον Lukanga Mukara.


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 3
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Συλλογή
      επιστολές του Lukanga Mukara
      Κατηγορίες
      Γεγονότα - Ιστορία - Μυθολογία,Αναμνήσεις & Βιώματα
      Ομάδα
      Πεζά
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν
 
ptoumassis
05-11-2012 @ 19:33
Καλησπέρα Μεγάλε Άνουγια!
ΑΝΤΗΣ
06-11-2012 @ 16:15
::up.:: ::up.:: ::up.::
anuya
07-11-2012 @ 12:10
ευχαριστώ που έκανες τον κόπο να το διαβάσεις.
σκοπεύω να αναρτήσω καί τα 9 γράμματα

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο