Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
123485 Τραγούδια, 261335 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 Διακοπές 1
 Ακολουθούν συνέχειες
 
Καθισμένος στο φαρδύ πεζούλι του λιμανιού, ανάμεσα στα αραγμένα καϊκια τις βάρκες και τα λίγα ιστιοφόρα, είχα ρίξει τις μπετονιές μου και ψάρευα. Ίσως να μάθαινα μπάνιο το δόλωμα κατ' άλλους.
Είχε αρχίσει ο ήλιος κι έγερνε και δεν ήταν καθόλου ενοχλητικός. Η σοδειά, σχεδόν τίποτα, κάτι μικρά κεφαλόπουλα που τα ξανάριχνα μέσα. Έτσι για να περνά η ώρα μια και στα καφενεία δεν πατούσα το πόδι μου, σιχαινόμουνα την τσιγαρίλα και τη φασαρία τους. Περνάγανε οι ντόπιοι και κοιτάγανε καλά καλά, αλλά σημασία δεν τους έδινα, έκανα το κέφι μου. που θα ξανάβρισκα τέτοια ηρεμία και χαλάρωση στην Αθήνα;
Μετά από αρκετή ώρα και πρίν χαθεί ο ήλιος βλέπω ένα ιστιοφόρο με κατεβασμένα τα πανιά και τη μηχανή να κάνει μανούβρα προς το μέρος μου. Κοίτα να δεις που ο βλάκας θα μου τρομάξει τα ψάρια, ολόκληρο λιμάνι και δε βρήκε αλλού να πάει ν' αράξει τη σκούνα του; Ατάραχος συνέχισα να προσπαθώ να σώσω το δόλωμα. Είχε πλησιάσει αρκετά και άκουσα μια φωνή από το σκάφος, εεειι κύριος, μιλιά εγώ, ρε πατριώτη σε παρακαλώ, δεν πιάνεις το σχοινί να μας δέσεις. Τότε σηκώθηκα αργά χωρίς να τον κοιτάξω και πήγα προς το σχοινί που μου είχε πετάξει. Τι να σου κάνω σκέφτηκα που είμαι χαλαρός και δεν θέλω να νευριάσω, είδ' άλλως θα σε έστελνα... Μέχρι να δέσω το πρώτο σχοινί είχε έρθει κοντά το σκάφος πηδάει και αυτός κάτω και πάει στην αντίθετη μεριά να δέσει τ' άλλο. Γυρίζοντας κι οι δυό προς το μέρος που καθόμουνα, μου λέει, ευχαριστώ πατριώτη, καλώς όρισες του γυρνάω και καθώς περιεργαζόμουνα το πρόσωπό του, στην κλάση μου σκέφτηκα κι αυτός, κάποιο καμπανάκι χτύπησε δυνατά κατά το τσερβέλο μεριά. Μπα δεν μπορεί να'ναι αυτός, αλλά και τι χάνω να κάνω μια ερώτηση. Χρόνια πίσω, στα χρόνια του στρατού στα χρόνια της ανεμελιάς και της σιγουριάς πως η ζωή είναι μπροστά και μπόλικη ακόμα. Γυρίζοντας να μπει στο σκάφος πέρασε δίπλα μου. Τον χτυπάω ελαφρά στην πλάτη, γυρίζει λιγάκι ξαφνιασμένος και με κοιτάει με απορία,
- ναι.. μου λέει,
- είσαι ο Βασίλης τον ρωτάω,
ανοίγει τα μάτια διάπλατα, ποιός ξέρει πόσες στροφές έπαιρνε το μυαλό του εκείνη την ώρα, σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο και απλώνει το χέρι του.
- Ρε Θανάση εσύ είσαι βρε ψυχή, και σκάμε στα γέλια κοιτώντας ο ένας τον άλλο με τη βεβαιότητα πιά της γνωριμίας αλλά και προσπαθώντας να καταχωρήσουμε τα νέα δεδομένα, την για πολλά χρόνια επίσκεψη του χρόνου πάνω μας.
Αφού διαγράψαμε την παλιά μορφή από τη μνήμη μας και συνηθίσαμε ο ένας τη μορφή του άλλου, άρχισαν να πέφτουν οι ερωτήσεις βροχή. Κάτσε ρε του λέω βιάζεσαι να φύγεις, θα στα πώ και θα μου τα πεις αλλά με ρέγουλα, και με συνοδεία κρασιού και μεζέ απαραιτήτως.
- Όχι ρε για διακοπές ήρθα, όπως και συ φαντάζομαι.
- Τότε λοιπόν πήγαινε να τακτοποιηθείς και τότε τα ξαναλέμε. - Βλέπεις το ταβερνάκι στο τέρμα του λιμανιού, εκεί από πάνω μένω, δυό σπίτια παραδίπλα, μόλις ετοιμαστείς πες του κυρ Γιώργου να μου βάλει μια φωνή, ξέρει αυτός.
Πέρασε καμιά ωρίτσα, είχε νυχτώσει για καλά, η καταλληλότερη ώρα για φαγητό αν είσαι Έλληνας, Τζου είσαι έτοιμη, φώναξα στη γυναίκα μου στην άλλη κάμαρα.
- Έλα να με βοηθήσεις λίγο άκουσα τη φωνή της. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο και την βρήκα να παλεύει να κάτσει στο καροτσάκι της, έιπα να της βάλω τη φωνή αλλά... άσε δε θα άλλαζε τίποτα. Επέμενε να προσπαθεί μόνη της, αν και μετά από τόσο καιρό θα ΄πρεπε να έχω συνηθίσει εγώ το πείσμα της. Πάνω στην ώρα χτύπησε την πόρτα ο κυρ Γιώργης, του ανοίγω και με ρωτάει
- έτοιμοι;
- αμέσως ερχόμαστε απαντώ, ξαναπήγα στην κρεβατοκάμαρα να τη βοηθήσω αλλά το πείσμα είχε νικήσει. Ενα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης ήταν σχημα- τισμένο στα χείλια της γυναίκας μου. Με αργές κινήσεις κουνούσε τις ρόδες και ερχόταν προς το μέρος μου. Άσε θα οδηγήσω εγώ της είπα πειραχτικά και άρχισα να σπρώχνω τη φεράρι προς την πόρτα. Ο κυρ Γιώργης περίμενε υπομονετικά, ξέροντας το κόλπο έπιασε από το κάτω μέρος το καρότσι και γω από πάνω κι έτσι κατεβήκαμε τα τρία απότομα σκαλοπάτια του σπιτιού. Μπροστά ο κυρ Γιώργης πίσω εμείς διασχίσαμε τη μικρή απόσταση και τη μικρή κατηφορίτσα πρός το λιμάνι και την ταβέρνα του.
Στο τραπέζι μας καθότανε κιόλας ο Βασίλης, παρέα με μια νεαρή και πολύ όμορφη κοπέλα. Ααα ρε τον σαρδανάπαλο σκέφτηκα, περνάει καλά ο παλιόγερος.
- Θανάση μας πήραν το τραπέζι γυρνάει και μου λέει η γυναίκα μου.
- Δεν τα ξέρεις καλά της λέω και την σπρώχνω προς τα κεί. Πλησιάσαμε καλύπτοντας τη μικρή απόσταση προς το τραπέζι. Στην θέση της γυναίκας μου δεν υπήρχε καρέκλα και ανέλαβε μόνη της να παρκάρει. Ο Βασίλης με έκδηλη την απορία στα μάτια του άπλωσε το χέρι του πρός τη Τζώρτζια και είπε Βασίλης Καλογερόπουλος και από δω η κόρη μου Ευγενία. Χαμογελαστή η Τζώρτζια ανταπέδωσε τη χειραψία και με τους δύο και ήρθε η σειρά μου να πώ τα τυπικά. Το κλίμα ήταν πολύ καλό και η Τζού όπως την έλεγα, χάρηκε με την έκπληξη που θα είχαμε παρέα σήμερα το βράδυ. Ο κυρ Γιώργης από κοντά, να περιποιηθούμε τους καλεσμένους μας.
- Κυρ Γιώργη ξέρεις εσύ λέω και του κλείνω το μάτι, άστα πάνω μου παιδί μου λέει και γυρνάει να φύγει, κοντοστέκεται και με ρωτάει τι θα πιούν οι φίλοι σου, ότι και συ; Κοιτάζω το Βασίλη,
- σταθερά τον ρωτάω,
- σταθερά μου απαντάει, αλλά βάλε και κανένα αναψυκτικό για τη μικρή.
Έπιασε την παραγγελία ο ταβερνιάρης σαν παλιός που ήταν και έφυγε δίχως να ρωτήσει κάτι άλλο. Σε λίγο το τραπέζι άρχισε να μη χωρά καλά-καλά τα ποτήρια μας. Θα σας βάλω κι ένα μικρό από δίπλα λέει και έρχεται μετά από λίγο με την κόρη του κρατώντας ένα μικρό τραπέζι το μισό από το δικό μας, η κόρη του ανέλαβε χρέη σερβιτόρου και έστρωσε ένα λευκό χαρτοτραπε- ζομάντηλο. Ξαλαφρώσαμε το τραπέζι λίγο και συνεχίσαμε την κουβέντα να καλύψουμε τα κενά του ενός για τον άλλο σε λίγο χρόνο. Τα βάσανα κοινά, τα ζόρια μεγάλα οι εποχές δύσκολες. Έτσι πήγαινε η κουβέντα μας προσπαθώντας να μην κάνουμε αδιάκριτες ερωτήσεις. Οι γυναίκες είχαν πιάσει δική τους κουβέντα, για τα πάντα, όμορφα και άσχημα για το ντύσιμο και τα παπούτσια αλλά και το ευρώ που μας έκανε να μην ξέρουμε που πάμε. Αφήσαμε την κουβέντα να κυλήσει με τις δουλειές και την οικονομία και λίγο την πολιτική, αλλά έβλεπα όπως κι εγώ έτσι και αυτός δε μας ενδιέφερε το σπορ. Και έτσι πιάσαμε μοιραία τα οικογενειακά. Μου είπε πως έχει και ένα γιο που είναι φαντάρος και πως σύντομα θ' απολυθεί, τον περιμένουν οι σπουδές του ακόμα που άφησε στη μέση. Η κόρη είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας στα είκοσι και κάτι. Σπουδάζει και εργάζεται συγχρόνως μου είπε και χάρηκα για το γέλιο που έβγαζε και από τα μάτια ακόμα. Η γυναίκα σου, έκανα την αναμενόμενη ερώτηση. Άσε μου λέει δεν θέλω να τα θυμάμαι. Την έχασα εδώ και 2 χρόνια από την αρρώστια της εποχής. Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που βγαίνουμε για διακοπές και επειδή δε μας αρέσει η βαβούρα είπαμε να πάρουμε το σκάφος και να γυρίσουμε λίγο. Θα πάμε σε 2-3 κοντινά νησιά, έτσι για βόλτα. Δεν τόλμησε να προτείνει για παρέα σκεπτόμενος την κατάσταση της γυναίκας μου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 9
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Συλλογή
      Πεζοπορεία
      Κατηγορίες
      Κοινωνικά & Πολιτικά,Οικογένεια
      Ομάδα
      Πεζά
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

karosmi@yahoo.gr
 
vas
26-07-2006 @ 16:49
ωραία κυλάει... δικό σου είναι Μιχάλη?
Ίμερος
26-07-2006 @ 16:51
ναι φίλε, τώρα το τέλος ξαναγράφω
ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΠΑΠΠΑΣ
27-07-2006 @ 03:07
Συνεχίζονται οι διακοπές 1, όχι ότι πάμε για διακοπέ 2; μην τρελαθούμε κι' όλας.
ftx
27-07-2006 @ 03:38
καλογραμμένο...! θα περιμένω και τη συνέχεια
elli
27-07-2006 @ 04:02
Γράφεις πολύ όμορφα...Συνέχισε...εύχομαι να το δω τυπωμένο και σε βιβλίο!! ::yes.:: ::wink.::
BETTY BOOP
27-07-2006 @ 04:03
::yes.::
little sunshine..
27-07-2006 @ 10:16
Πολύ ωραίο... η συνέχεια πότε?? ::smile.::
Ίμερος
27-07-2006 @ 10:19
Ρε παπαδιαμαντή δεν είπα ότι θα γράψω κανένα σίριαλ....
Μαντ το βράδυ μετά τις 12.00
katia
27-07-2006 @ 15:48
το διαβασα με μεγαλο ενδιαφερον.... ρεει...πολυ καλο Μιχαλη !!!
θα σε χαιρετησω στην μεταμεσονυκτια συνεχεια ...

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο