Σύνδεση

Εγγραφή

Πλαίσιο χρήσης
121096 Τραγούδια, 257914 Ποιήματα, 28913 Μεταφράσεις, 26571 Αφιερώσεις
 

 Ψάχνοντας την αγάπη μου…
 Περί αγάπης: Την βρήκα κοκκαλιάρικη, σκελετωμένη δε. Μαγείρεψα και την έφαγα, νερόβραστη φιδέ.
 
Ψάχνοντας την αγάπη μου…

Σ' έψαξα «ως τα πέρατα» σε κάθ' ένα σημείο
της Γης κι ήσουνα άφαντη –επόνεσα πολύ...
Και όταν πια κουράστηκα μ' ένα «λέω...φορείο»
στη βάση μου επέστρεψα άρρωστος βρε «τυφλή».

Αν ήξερες για εσένα –κάνοντας δε ταμείο–
τι δάκρυα γω έριξα θα ήσουν για να σκας.
Μπορεί αν τρελαινόσουνα –πάρ' το αυτό αστείο–
την κεφαλή να βάραγες έως που να τη σπας.

Η φάτσα μου δε σ’ άρεσε; Και τι σου προκαλούσα;
Ή ζήταγες σεντούκι βρε πολύ πιο σεβαστό;
Και έτσι δε σου έκανα – σκεπτόμενη τα λούσα
πρωτίστως απ’ τα μούτρα μου – για να το σεβαστώ;

Από μικρό με φώναζαν «ο ομορφογιαννάκος»
και όλες με απέρριπταν κείνης της εποχής
Κι εγώ στητός ερχόμενος «ο κρυφοκαμπουράκος»
έκρυβα την καμπούρα μου μην τύχει προσοχής.

Επάνω μου σαν κρίματα είχα πολλά σημάδια
κι η φάτσα μου διατράνωνε ετούτο και αυτή,
και μέσα σ’ όλα τα στραβά έχανα «λίγα» λάδια
και κάτω σαν χυνόντουσαν την κάνανε σκαστή;

Ρε πώς και έτσι βγήκα γω –«μ’ αυτό τον εαυτό μου»–
με μάπα μη αποδεκτή γιομάτη με ελιές;
Και μια γυναίκα μη μπορώ να βρω για το καλό μου
με δαύτες τις «ανώμαλες» στη φάτσα πιτσιλιές;

Έχω ακόμη μέσα μου μεγάλη απορία
τώρα που ταξιδεύοντας παγαίνω στο καλό
κι εδώ πάνω τελειώνοντας –βαριά η δυστυχία–
τρέχω κατά διαόλου μου να πω τι κουβαλώ.

Δεν ξέρω ποια να κάθισε εκείνη ως αιτία
αγάπη στο στομάχι σου –και ωχ θα τρελαθώ–
και δεν συμπορευτήκαμε–ω! τι αποτυχία–
που σούμπιτη θα ’ρχόσουνα μετά μη μαραθώ

παρέα για να ήμασταν όπως σαν ήσουν πάνω,
μαζί που τα περνάγαμε ωραία και καλά,
τα κόκκαλά σου να μετρώ έρωτα σαν σου κάνω,
που ευτυχώς δε θα ’σουνα με περιττά κιλά.

Και όμως θα καθάριζα και τις ελιές στη φάτσα
και ρινοπλαστική μαθές και ότι ζήταγες.
Αρκεί να έφτιαχνα εμέ ομορφονιό κυράτσα
να μ’ έβλεπες κι απ’ τη χαρά ψηλά να πέταγες.

Το μόνο που δε θα 'φευγε ποτέ είν' η καμπούρα
αλλά είχα επάνω μου ασήμια και φλουριά
και δε σου λέω ψέματα είχα σωστή «κουμπούρα»
που θα ευχαριστιόσουνα στην πρώτη μπαταριά.

(Μα πάλι δεν ήταν σίγουρο αν θα ‘κανε το μπαμ
με τούτα που συντρέχανε απάνω μου ζαβά,
στη μάχη σαν την έριχνα να κτύπαγε μαδάμ
και κατά γης την πέταγα αυτήν με τα γκαβά;

Λες να ‘χω επιχείρημα να σηκωθώ να τρέχω
για να τη βρω ως είμ’ εδώ σκελετωμένος δα;
Σαν ξωτικό ή φάντασμα ή μούμια αν τ’ αντέχω
απ’ άκρη σ’ άκρη γης μη δω κάπου να ξεπηδά;

Ποιος ξέρει η «κουμπούρα» μου εάν θα λειτουργήσει
και αν πυροβολεί καλά, χωρίς τη δοκιμή;
Εάν δε ρίξει κατά γης μία να την γλεντήσει
βγάζοντας όσες σφαίρες της με δύναμη κι ορμή;

Να κινηθώ που λέμε εγώ αν τούτο το μπορούσα
που κι εκεί απάνω λείψανο –δικό μου γνώριμο–
θα ήτανε κατόρθωμα κυνήγι ν’ αρχινούσα,
που ζώντας δεν το μπόρεσα –«σχεδόν» ανώριμο»–)

Σκέψου αυτής η φάτσα μου ξάφνου να της αρέσει
να με ερωτευτεί τρελά –ω! τύχη μου τρελή–
και με τα μάτια σφαλιστά να μου την έχει πέσει,
–αγάπη πάντα ήξερα πως ήσουνα τυφλή!

Έτσι που αν την εύρισκα –περίεργο συνάμα–
θα ήμασταν στην κλίνη μας μαζί «σιροπιαστοί»
κι εμπλέκοντας τα κόκκαλα σε έρωτα στο σκάμμα
σαλάτα να τα κάναμε –«πείνα…»– αγκαλιαστοί.

Κι εκεί σε νύχτα κόλαση σπάζοντας «κάθε πήχη»,
μ’ ένα σωρό σε κόκκαλα ως να φανεί πουρνό
γυνής να μη μπορείς να βρεις –καμιά δε θα ’χες τύχη
και άντρα ποια να ήτανε σ’ αυτά ένα βουνό.

Αχ να μη ήταν όνειρο –να ήταν η αλήθεια–
γιατί που όπως ξύπνησα να φάω πρωινό,
κατάσαρκα φορούσα γω πιζάμα –στα τσακίδια–
αντί σε τόπο χλοερό κείνη να συγκινώ.

Θα ήτανε καλύτερο στον τάφο να ριγούσα
παρά εδώ την σήμερον πόνος να με ριγεί
Χαρά που λεν στα σκέλη μου θα είχα να πετούσα
και κόκκαλα κι ας έσπαγα παρά τέτοια πληγή.

Στο γύψο γω θα έμπαινα και πάλι θ’ αρχινούσα
την άλλη μέρα «βάρεμα» έως του θανατά.
Να ξέρετε –το κρύβω σας– εάν εκεί βαρούσα
θα ήμουνα χαρούμενος κι αυτό να με κρατά

με διάθεση και με ρεφλέξ έτσι που θα περνούσα
μ’ έρωτα στο τσαντίρι μου κι αιώνια χαρά.
Στη Γη δε θα επέστρεφα, τι να ’χα να ποθούσα,
αν είχα ότι ήθελα δω κάτω –συμφορά!

Καλά παραμυθιάστηκα –αισθάνομαι πετάω–
γυνή που ονειρεύτηκα –την βλέπω ξυπνητός–
κωφάλαλη –στα κόκκαλα– ορέ και τι θα «φάω»
κι απ’ τη χαρά μου χόρτασα και «πήγα νηστικός».

Βέβαια άλλο να ’πεφτε –με ευτραφή καπούλια–
καμιά ωραία «παστρική» με αψηλά βουνά,
ν’ αγγίζανε τον ουρανό μέχρι κι αυτή την πούλια,
–εκεί καλά δε θα ’παιζα με κόκκαλα γυμνά.

Καλά το σκέφτομαι εγώ που βρίσκομ’ εδώ κάτω.
Φαγί και σπίτι δωρεάν και μ’ έρωτα ζεστό
Το μόνο ως δυσάρεστο που βρίσκομαι στον πάτο,
αλλά και το παράδοξο πως μου ‘ναι αρεστό (!)

Να ζει κανείς ή να μη ζει δίχως αγάπη να ’χει
κι αν έχει τους καβγάδες της έχει και τα καλά!
Μετά κάθε πλησίασμα ο έρωτας διατρέχει
τους δυο για να τη βρίσκουνε κι η τύχη τους γελά.

Ζωή και μετά θάνατον θα είχε όπως λένε
αν ήταν δίχως «κάματο» και κόλπα εν νυκτί;
Σεισμός αν δεν γινότανε με κάποιο μπαινοβγαίνε,
σε κάποια που την «εύρισκε» και να ’ναι και πτυκτή;

(Κι έκανα τη διαθήκη μου –να έχω την υγειά μου (!)–
στο δικαιούχο γράφοντας ολίγα και απλά,
να πράξει ως κατ’ εντολήν μετά τον θανατό μου
ως ακριβώς του έθεσα μη και του ’ρθει ταμπλάς):

Αφού σε κείνον έγραψα όλα τα κινητά μου
και όλα τα ακίνητα και χρήμα μου γερό,
στο τέλος του παρέθεσα και κάποιες εντολές μου.
Διαβάστε τι του έγραψα: (–άκρως δε φοβερό!)

Εγγράφω ακολούθως δε αυτά τα λίγα κάτω
προς σένα δικαιούχε μου να πράξεις «που μπορείς»
γιατί αλλέως παύεσαι –διάβασε το μαντάτο–
μην άλλος μπει στη θέση σου σαν θα αναχωρείς:

Είναι στερνή μου θέληση στον τάφο μου απάνω
για μία εκσπερμάτιση κι εγώ για να χαρώ,
εμέ να διεγείρουνε, στο χύσιμο να φτάνω,
γλυκιές γυναίκες όμορφες πριν λιώνοντας φθαρώ.

Αν γαμηθούν «πατόκορφα» δίχως επιφυλάξεις
με πάθος κι αυταπάρνηση για να την καταβρώ,
όλες τους ανεξαίρετα, με τούτες τις διατάξεις,
πληρώνοντάς τες όλες τους από χίλια Ευρώ.

Αν θέλαν περισσότερα γι’ αυτά που θα προσφέραν
τότε θα είχα κίνητρο ζητώντας και στριπτίζ,
να ’δινα πολλαπλάσια –εάν τις ενδιαφέραν–
μ’ αν ήταν θεογκόμενες από την σόου μπιζ.

Εμπρός ρε δικαιούχε μου τώρα που στη διαβάζουν
ξαμόλα για τους κόμματους να ξαν’ αναστηθώ,
γιατί ταμπλάς αν σού ‘ρχεται θα ’ναι σαν να στη βάζουν
που πάλι κι έτσι –σίγουρα– θα ευχαριστηθώ!!
------------------------------------------------------------------------
Το μνήμα μου «ξετρύπησα» κι εγώ μέσα στον τάφο
με θάμα καταχάρηκα –να μη να βασκαθώ!
Σηκώθηκε, «ασβέστωσε» –κι ότι κακό ξεγράφω–
«πετώντας τρισχαρούμενος» που πα να τρελαθώ!

Πώς όμως να το λάβατε το μήνυμά μου αυτό
που έφτασε στ’ αυτάκια σας με τρόπο φλογερό;
Τι, τούτο σας τα ξέρασε και όρθιο και καυτό,
συνάμα και πανύψηλο κι αρκούντως στυγερό;

»Παππάς το παρατήρησε που γύριζε στους τάφους
κι αμέσως το μαρτύρησε και έτσι μάθατε.
Κόντρα πάντα στ’ ανήθικο, –και στους δαχτυλογράφους–
κι εσείς ρε κουτορνίθια μου αυτό το φάγατε;

Μην ήτανε καλέμι ορέ ή κομπρεσέρ –δεν ξέρω–
και από πίσω πήρ’ αυτό ρεύμα να κινηθεί;
Το χάψατε –μασήσατε– και όλους σας συγχαίρω!
Να μη σας τα πολυλογώ, έχω συγκινηθεί!!!



 Στατιστικά στοιχεία 
       Σχόλια: 0
      Στα αγαπημένα: 0
 
   

 Ταξινόμηση 
       Κατηγορίες
      Χιουμοριστικά
      Ομάδα
      
 
   

 Επιλογές 
 
Κοινή χρήση facebook
Στα αγαπημένα
Εκτυπώσιμη μορφή
Μήνυμα στο δημιουργό
Σχόλια του μέλους
Αναφορά!
 
   

Είναι κανών των ανικάνων τον ικανόν να κάνουν νάνον
 

Πρέπει να συνδεθείς για να μπορείς να καταχωρίσεις σχόλιο