Με την γεύση της αμαρτίας στα χείλη σε φιλώ

Δημιουργός: Νεράιδα Ερατώ, Τζέσσικα Μερκουριάδη

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

« Με την γεύση της αμαρτίας στα χείλη σε φιλώ »

Το γλυκό νανούρισμα της θάλασσας μαγεύει τις αισθήσεις ενώ χάνομαι και πνίγομαι στα βαθιά κύματα της αγκαλιάς σου. Οι ακτίνες του ήλιου ζεσταίνουν το δέρμα δύο σωμάτων δεμένα μαζί και τώρα πια ξέρουμε ότι έχει ξημερώσει, πράγμα που δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα διότι βρισκόμαστε στον δικό μας κόσμο και μόνο μέσα σ’αυτόν οι δείχτες του ρολογιού σταματούν να λειτουργούν και χανόμαστε σε μία αγάπη που ξεπερνά κάθε φαντασία, υπερβαίνοντας κάθε όριο της λογικής. Μα πώς με παρέσυρες σε ένα όνειρο τόσο αληθινό, σε ένα όνειρο τόσο ακαταμάχητο που ελπίζω να μην ξαναξυπνήσω ποτέ?

Γνωρίζω καλά όμως πως ο έρωτας αυτός μπορεί να υπάρξει μόνο στα πλαίσια της ανθρώπινης φαντασίας, η καρδιά σου δυστυχώς ανήκει αλλού και εγώ κατάντησα ανυπόμονη για τον ερχομό της νύχτας μόνο και μόνο για να ξανανιώσω το άγγιγμα σου, την ζεστή σου αγκαλιά και ίσως να λιώσω με ένα εκθαμβωτικό σου χαμόγελο. Σ’αγαπώ, μα μακάρι να μην σ’αγαπούσα, μακάρι να μην ήξερα καν για την ύπαρξη σου σε αυτόν τον κόσμο, μακάρι να μην ήσουν ο μόνιμος κάτοικος του μυαλού μου, ο κατακτητής της καρδιάς μου, η οποία χτυπά με την τριπλάσια ταχύτητα απ’ότι συνήθως μόνο με μία ματιά σου.

Νιώθω το έδαφος να χάνεται από κάτω από τα πόδια μου, πέφτω, πέφτω γρήγορα, ο φόβος εξαφανίζεται όμως, γιατί είσαι εκεί κάτω στο βάθος, είσαι έτοιμος να με πιάσεις, να μ’αγκαλιάσεις και να μου ψιθυρίσεις γλυκόλογα στο αυτί αφήνοντας το άρωμα του έρωτα να λούσει την είδη ζαλισμένη ατμόσφαιρα. Δυστυχώς δεν θα μείνεις για πολύ, ο άνεμος σε καλεί να εξερευνήσετε μαζί καινούργιους κόσμους, και η βρώμα του φόβου ότι 8α σε ξαναχάσω επιστρέφει και καταστρέφει τον παράδεισό μας. Να, Κοίτα! Η εικόνα σου είδη άρχισε να θαμπώνει και εξαφανίζεται.

Τώρα βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο, δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω, εμφανίζεται ένα φως, ένα φως τόσο λαμπερό που μόλις με ακούμπησε, το δέρμα μου έπιασε φωτιά. Τσίριξα το όνομά σου, όσο πιο δυνατά μπορούσα, ψιθυρίζοντας την ευχή ότι θα έρθεις τρέχοντας για να με σώσεις, πίστευα πως αφού ήσουν ο ιππότης μου δεν θα με άφηνες, δεν εμφανίστηκες όμως, δεν άνοιξες την πόρτα λαχανιασμένος με απομεινάρια λουλουδιών στα ανακατεμένα μαλλιά σου, δεν μου φίλησες απαλά τις πληγές μου, δεν με παρηγόρησες λέγοντας ότι όλα θα πάνε καλά και ο πόνος θα περάσει, όχι, δεν ήρθες.
Με ξέχασες, πια δεν υπάρχει η ανάμνησή μου σε κάποιο απόμακρο μέρος του μυαλού σου.


Το τοπίο αλλάζει πάλι, είμαι σε μία στάση λεωφορείου, δεν είναι κανένας άλλος εδώ, κοιτάω την πινακίδα που έχει χαραγμένη πάνω της τις λέξεις «Καλώς ήρθατε στην πόλη της μοναξιάς!» αυτή είναι άλλη μία άποψη του κόσμου, μία αληθοφανείς κατάσταση της καθημερινότητας, όλα γίνονται τόσο γρήγορα, τόσο μανιακά που τα αισθήματα που μου είχες διδάξει με τόση στοργικότητα και αγάπη με εγκαταλείπουν και τώρα έμεινα μόνη μου μπροστά σε έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχεί η μοναξιά, το μίσος, ο ατομισμός και η τάση καταστροφής. Στέκομαι μπροστά σε έναν κόσμο που ποτέ δεν ετοιμάστηκα γι’αυτόν και τώρα καλούμαι με τις ελάχιστες δυνάμεις που μου απόμειναν να τον αντιμετωπίσω χωρίς την παρουσία σου, χωρίς το γλυκό αξέχαστο φιλί σου, χωρίς να με καθησυχάζεις με το απαλό σου άγγιγμα και πάνω απ’όλα χωρίς να έχω ακούσει ποτέ την απίθανη μελωδική φωνή σου να ψιθυρίσει τις λέξεις «Σ’αγαπώ». Ένα δάκρυ ξεφεύγει από το μάτι ενώ αποχαιρετώ την ανάμνησή σου, «Ίσως είναι καλύτερα έτσι» λέω στον εαυτό μου, προσπαθώντας να με πίσω να μην σε ξανασκεφτώ, μα κάθε προσπάθεια είναι μάταιη, είσαι χαραγμένος στο μυαλό και στην καρδία, σαν σημάδι πολέμου που μένει μαζί σου μέχρι την λύτρωση του θανάτου.

Φεύγω πάλι, μα δεν ξέρω πού πάω, περπατάω στην αμμουδιά μίας απομονωμένης παραλίας, τα κύματα ίσα ίσα που ακουμπούν τα πόδια μου. Θυμάμαι πόσο λάτρευες την θάλασσα και ένα χαμόγελο απλώνεται απαλά στα χείλη μου. Ξαφνικά ξαναεμφανίζεσαι! Με κοιτάς με μάτια χρυσόσκονης και τρέχω στην αγκαλιά σου, με σφίγγεις πάνω σου και σκύβεις για να μου χαρίσεις ένα υπέροχο φιλί σου. Η καρδιά μου πάει να σπάσει! Μπορεί και να το έχεις πάρει είδηση διότι με κοιτάς και γελάς απαλά. Αναρωτιέμαι άμα βρίσκομαι στον παράδεισο, δεν είναι πιθανή η εμφάνισή σου εδώ πέρα, εδώ είναι η δικιά μου κρυψώνα πήγαινε να βρεις δικιά σου! Ξαναγελάς σαν να διαβάζεις το μυαλό μου,
«Συγνώμη που δεν ήμουν εκεί για εσένα ενώ με είχες ανάγκη, να ξέρεις όμως πως ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει ακόμα πιο δυνατή» ψιθύρισες απαλά και νιώθω τα χείλη σου πάλι πάνω στα δικά μου. Με πιάνεις από το χέρι και σε ακολουθώ πιστά, αφού σε εμπιστεύομαι τυφλά. «Πού πηγαίνουμε?» σε ρωτώ εσύ μου χαμογελάς πονηρά και μου απαντάς «Θα μάθεις σε λίγο, δεν πρόκειται να σου πω!». Βλέπω ένα μικρό σπιτάκι στυμμένο πάνω στην αμμουδιά και ξέρω ότι φτάνουμε στον προορισμό μας. Ανοίγεις την πόρτα και περιμένεις να δεις την έκφραση του προσώπου μου, με πλησιάζεις, ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς πρόλαβες να με οδηγήσεις μέχρι το υπνοδωμάτιο και να με γδύσεις! Με ξαπλώνεις στο κρεβάτι και το κεφάλι μου αρχίζει να ζαλίζεται, οι ανάσες μου γίνονται κοφτές και γρήγορες ενώ κάνουμε έρωτα, χωρίς βιασύνη άγχος και μανία, αλλά με απαλά αγγίγματα και φιλιά, γλυκόλογα και ένα «Σ’αγαπώ» που ξέφυγε από τα χείλη σου.


Τώρα με κρατάς στην αγκαλιά σου, δέρμα πάνω σε δέρμα, μου φιλάς το μέτωπο, τα λευκά σεντόνια θωπεύουν δύο σώματα ενωμένα μαζί όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά, δύο καρδιές που χτυπούν στον ίδιο ρυθμό και η αίσθηση εκστατικής ευτυχίας είναι συντριπτική.

Όλα θολώνουν, ο παράδεισός μας εξαφανίζεται και πέφτω, πέφτω, πέφτω. Ξυπνάω στο κρεβάτι μου, δεν είσαι εδώ, επέστρεψα στην πραγματικότητα, δεν στεναχωριέμαι όμως, ξέρω ότι θα σε ξανασυναντήσω απόψε στο σπίτι μας πάνω στην αμμουδιά και με την γεύση της αμαρτίας στα χείλη, θα με φιλήσεις με το μανιακό πάθος του έρωτα.

[I][/I]

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-10-2009