Ομηρου Οδυσσεια(ραψωδια Β!)

Δημιουργός: ivikos

Στις 1.8.09 καταχώρησα την Α! Ραψωδία...φτάνοντας στο τέλος όλου του έπους σιγά -σιγά ρετουσάρω τις ραψωδίες .Ήρθε η σειρά της Β!

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

ΡΑΨΩΔΙΑ Β!

Σαν ρόδισε το χάραμα το νυχτοθροφισμένο
σηκώθηκε ο Τηλέμαχος απ’ τ’ όμορφο κρεβάτι,
περνά στον ώμο το σπαθί το λεπτοακονισμένο
βγαίνοντας απ’ το δώμα του, κατέβη απ’ το χαγιάτι

ομοιόθεος, στα πόδια του φορώντας τα σανδάλια.
Τους Αχαιούς που πολεμούν λαμπρά, για να συνάξει,
κήρυκες στέλνει ορθόφωνους σε πόλεις κι ακρογιάλια
να κράξουν το συμβούλιο που έχει διατάξει.

Το διαλαλήσαν, κι έφτανε κόσμος αντάμα-αντάμα
κι αφού γερόντια γέμισαν της σύναξης οι χώροι 10
προτού να ξεκινήσουνε, ήρθε κι αυτός συνάμα
κρατώντας στο ’να χέρι του χαλκοφτιαγμένο δόρυ.


Ακολουθούσαν πίσω του οι δυό λευκοί του σκύλοι.
Με ουράνιο φως η Αθηνά τον θεϊκό τον γόνο
λούζει,και όλοι θαύμαζαν τη λάμψη που ’χε στείλει,
κι οι γέροι σαν πλησίασε, τον πατρικό τον θρόνο

ορθοί τον υποδέχτηκαν, καθώς τον λόγο παίρνει,
ο Αιγύπτιος , πολεμιστής, που της ζωής τα νέφη
αν και σοφός, τα γηρατειά τον έκαναν να γέρνει.
Στην Τροία, ο ακριβός του γιος, που άλογα χρόνια θρέφει, 20

ο Άντιφος πήγε μαζί, στου Οδυσσέα το πλάϊ
με τα βαθειά πλεούμενα, μα χάθηκε η λαλιά του,
ο ανθρωποφάγος Κύκλωπας τον έκανε προσφάϊ
θερίζοντας τα νιάτα του στην τρομερή σπηλιά του.

Τρεις άλλους είχε ο γέροντας. Ο Ευρύνομος, μνηστήρας,
στο γλενοκόπι το ’ριξε, οι άλλοι δυό αγρότες,
θυμόταν και τον έκλαιγε για τα κακά της μοίρας
με δάκρυα στα μάτια του, κι αυτά τους είπε τότες:

«Θιακιώτες συντοπίτες μου, που ήρθατε εδώ πέρα,
τέτοια μεγάλη σύναξη δεν έχει ματαγίνει 30
απ’ του Οδυσσέα τη φυγή, την αποφράδα μέρα,
ποιος τάχα την προκάλεσε, σε ποιών καημών τη δίνη



πέσαν οι γεροντότεροι ή τάχα μου τα νιάτα;
Μήπως γυρνά το στράτευμα, γνωρίζει νους ανθρώπου
και σ’ όλους μας προτού το πει, μες στο μυαλό του κράτα
ή θέλει κάτι να μας πει για το καλό του τόπου;

Άριστος θα ’ναι άνθρωπος και του εύχομαι, μακάρι
ο Δίας όλα τα καλά να στείλει κύμα –κύμα».
Αυτά είπε, ο κι ο Τηλέμαχος, κρυφή ένοιωσε χάρη
που οι οιωνοί ήταν καλοί, κι ανέβηκε στο βήμα. 40

Στη μέση ολόρθος στάθηκε, ο κράχτης να του δώσει
σκήπτρο στο χέρι να κρατά, στους γέροντες μιλώντας,
ο κήρυκας Πεισίνορας, άντρας τρανός με γνώση.
Και ν’ αγορεύει άρχισε τον γέροντα κοιτώντας:

«Δεν είναι γέρο μακριά, αυτός που ο νους νομίζει.
Εγώ τον κόσμο κάλεσα, τον πόνο μου τον ξέρω
ούτε άκουσα για στράτευμα που όπου ναν’ γυρίζει,
κάτι που ξέρω τάχα εγώ, για να σας μεταφέρω,

και ούτε για κοινή δουλειά σας φώναξα δω πέρα.
Τα δυό κακά που γκρέμισαν το σπίτι μου είναι όλη 50
η συμφορά. Το αρχικό, που έχασα τον πατέρα
αυτόν που σας βασίλευε και τον λατρεύατε όλοι.


Το δεύτερο όμως το κακό, αυτό είναι που με καίει,
το σπίτι μου όλο, και το βιος κοντεύει ν’ αφανίσει.
Μνηστήρες λεν στη μάνα μου, χωρίς αυτή να φταίει,
για γάμο, κι ειν’ αρχόντων γιοί που θέλουν τέτοια λύση.

Δειλιάζουν όμως όλοι τους, στου Ικάριου το σπίτι
να πάνε, στον πατέρα της, κι όποιον πολύ του στέρξει
αφού η προίκα οριστεί, στην βραδινή του κοίτη
να πάρει, αν είναι αρεστός, κείνος θα τον διαλέξει. 60

Μα ολημερίς στο σπίτι μου έρχονται για να φάνε
μοσχάρια , γίδια και αρνιά, ότι καλό και να ’χει
το αστραφτερό μου το κρασί αχόρταγα ρουφάνε
και σπαταλιέται όλο το βιος, γιατί άντρας δεν υπάρχει,

λείπει ο Οδυσσέας ο τρανός το σπίτι μας να σώσει.
Εμείς δεν είμαστε ικανοί, μα δυστυχώς προς τούτο
στην μάχη θα ’μαστε ισχνοί, που θέλει ρώμη τόση.
Μόνος αν είχα δύναμη θα το ’κανα ετούτο.

Ποιος να τ’ αντέξει όλα αυτά και του σπιτιού τους πόνους.
Αίσχος γι αυτά, στο σπιτικό τίποτα δεν θα μείνει, 70
κανείς σας πια δεν ντρέπεται τους γύρω τους γειτόνους,
μα ούτε των Ολύμπιων φοβόσαστε την μήνι;


Μήπως θυμώσουν βλέποντας τις άνομες τις πράξεις.
Ξόρκι στου Δία τ’ όνομα στης Θέμιδας τη χάρη
θα κάνω, τούτη που αρχινά μα και σχολά συνάξεις,
τ’ άνομα πάψτε αδέρφια μου που μ’ έχουνε μπατάρει

εκτός κι αν ο πατέρας μου από κακή του γνώμη
στους μαχητές τους Αχαιούς το άδικο έχει φέρει
κι αυτή την απερισκεψιά πληρώνω εγώ ακόμη
από άλλους, σεις που βάζετε, μα εμένα με συμφέρει 80

το βιος μου να σκορπίσετε, αν γίνετε και τώρα.
Όσο πιο γρήγορα χαθούν θα είναι επιστρεμένα
Γιατί θα το ζητήσουμε να τα πληρώσει η χώρα
όλα όσα έχουν φαγωθεί, και τα ’χουμε χαμένα.

Αχ! πάλι η πίκρα φούντωσε μες στης καρδιάς το αλώνι»
Με αυτά τα λόγια πέταξε το σκήπτρο σε μιαν άκρη
θυμώνοντας, κι ο πόνος του, το πλήθος το φιμώνει,
καθώς στη γη αργοκυλά της πίκρας του το δάκρυ.

Μα στον Τηλέμαχο κανείς δεν βγαίνει ν’ απαντήσει.
Μονάχα ο Αντίνοος με λόγο του, του κραίνει: 90
«Κτυπόλογε Τηλέμαχε, βαριά τούτη η ρήση
ντροπή και άγρια προσβολή για μας όλους σημαίνει,

πως οι μνηστήρες λες πως φταίν’, μα η μάνα σου τα κάνει
που είναι γυναίκα πονηρή όσο καμία άλλη
τρίτη χρονιά βαδίζουμε, η τέταρτη μας φτάνει
και την ερωτική γελά των Αχαιών τη ζάλη.

Όλους μας, μας παραπλανά και τάζει στον καθένα
παραγγελιές με νόημα, μα αλλού ψάχνει τη λύση
και πριν καιρό σκαρφίστηκε ακόμα άλλο ένα,
στα πάνω-πάνω δώματα τον αργαλειό να στήσει 100

πανί αραχνοϋφαντο μας είπε πως θα υφάνει:
«Αφού ο Οδυσσέας πέθανε, του πένθους μου το ντέρτι
θα βγάλω, μα μη βιάζεστε του γάμου το στεφάνι,
τα νήματά μου μη χαθούν, του γέρου του Λαέρτη

σάβανο θα υφάνω εγώ, μ’ όλο μου το μεράκι
σαν έρθει η ώρα ν’ απλωθεί στου χάρου τη μελούτη
να μη μου πουν οι κοπελιές που μένουν στην Ιθάκη
πως θάφτη δίχως σάβανο κι ας είχε τόσα πλούτη»

Έτσι μας αποκοίμιζε πλέκοντας το υφάδι
κοιτάζοντας παμπόνηρα να σπείρει τη διχόνοια 110
ότι τη μέρα ύφαινε, το ξήλωνε το βράδυ
και κέρδισε με μπαμπεσιά, γεμάτα τρία χρόνια.


Τρέχοντας φύγαν οι χρονιές, η τέταρτη αρχίζει,
κι όταν μια σκλάβα που ήξερε, σε μας θα το καρφώσει
πως ότι υφαίνει το πρωϊ, το βράδυ το ξεσκίζει,
την αναγκάσαμε όλοι μας να το αποτελειώσει .

Έτσι οι μνηστήρες απαντούν, σε αυτά λέξη προς λέξη
να μαθευτεί, και ν’ απλωθεί στα Ιθακήσια τα άντρα.
Στείλ’ τηνε στον πατέρα της κι εκείνη ας διαλέξει
αυτόν που η ίδια επιθυμεί, κι η ίδια θέλει γι άντρα , 120

μα αν θέλει γιους τω Αχαιών στα δάχτυλά της να’ χει
και να καυχιέται πως αυτό, της το ’μαθε η Παλλάδα
παίζοντας τα παιγνίδια της στη δυνατή τους ράχη
με πονηριά τόσο πολύ, δεν είναι φρονιμάδα,

κι ας μάθει πως απ’ τις παλιές των Αχαιών τις κόρες
τις περασμένες τις χρονιές που ήταν βαρείς οι κόποι
θες η Ισμήνη; η Τυρώ; θες η Μυκήνη; Ωρες
με μπαμπεσιά δεν παίζανε που παίζει η Πηνελόπη.

Αυτό όμως μήπως πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της;
Μα η περιουσία σου θα σβήσει όπως πάει 130
αφού νομίζει πως αυτά είναι για το καλό της
κι όσα της λεν’ οι ουράνιοι. Εντάξει, την τιμάει


εκείνη. Μα σκορπίζεται το βιος σου σαν την άμμο,
κι ούτε εργαζόμαστε κι εμείς, που έχουμε το βάρος,
όσο διστάζει η μάνα σου ν’ αποφασίσει γάμο»
κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απάντησε με θάρρος

«Τη μάνα Αντίνοε που όμορφα παλιά μ’ έχει ταϊσει,
χωρίς να θέλει, πως μπορώ ποτέ μου να την διώξω;
Ποιος ξέρει, αν ο πατέρας μου πέθανε ή γυρίσει,
κι εμένα βρει κατάστηθα του γδικιωμού το τόξο 140

αν στον πατέρα της εγώ μονάχος μου την στείλω.
Πρώτον, απ’ τον πατέρα μου, βαριά θα ’ναι η καμπάνα
απ’ τις κατάρες, τις βρισιές, θεό δεν θα ’χω φίλο,
το ανάθεμα θα με χτυπά, αν τριγυρνά η μάνα

κι όλου του κόσμου η ντροπή εμένα θα κατέχει.
Κουβέντα τέτοια δεν θα βγει απ’ το δικό μου στόμα.
Μα αν μια σταλιά φιλότιμο ο νους σας μέσα έχει
ξεκουμπιστείτε, φύγετε, απ’ του σπιτιού το δώμα

μ’ εναλλαγή τα πλούτη σας να τρώτε, στην υγειά σας.
Το βιος μου , τώρα αν θέλετε να φαγωθεί ως τον πάτο, 150
τζάμπα να ξεκοκαλιστεί μνηστήρες μου- με γειά σας.
Εγώ όμως τους Ολύμπιους θα κατεβάσω κάτω


ας τα πληρώσει όλα αυτά ο νεφεληγερέτης
κι είθε ο χάρος όλους σας, μνηστήρες, να σας πάρει»
Αυτά είπε ο Τηλέμαχος, και του Όλυμπου ο ηγέτης
ξαπέλυσε απ’ το βουνό σταυραετών ζευγάρι

που μες στο ανεμοβουητό αντάμα πεταχτήκαν
και ο καθένας άνοιγε διάπλατα τα φτερά του
από ψηλά, στης σύναξης τη μέση ζυγιστήκαν
κτυπώντας τις φτερούγες τους, προμήνυμα θανάτου, 160

καθώς κοιτούσανε θολά, τα αιμάτινά τους μάτια,
τα νύχια γδέρναν τους λαιμούς, και τα κεφάλια σκίζαν,
κι ύστερα βγάλανε φτερό, δεξιά απ’ τα παλάτια.
Τα όρνια, αναρρωτήθηκαν, όλοι τι συμβολίζαν,

ποια φέρνουνε μελλούμενα σκεφτόντουσαν με τρόμο.
Τότε ο Αλιθέρσης, μαχητής, που χρόνια είχε ζήσει
κι όλους τους συνομήλικους μες στης ζωής τον δρόμο
τους ήξερε, και γνώριζε σημάδια να εξηγήσει

τους λέει με λόγια γνωστικά, καθώς τον λόγο παίρνει:
«Θιακιώτες συμπολίτες μου, κακό ήταν σημάδι 170
των όρνιων το φτερούγισμα, και στους μνηστήρες φέρνει
κακά μαντάτα, συμφορές, με φόντο τους τον Άδη



καθώς για την πατρίδα του, λίγος του μένει δρόμος
του Οδυσσέα που έρχεται κι έχει κακό στο νου του,
μαχαίρι φονικό θα βγει, κι άλλους θα πιάσει τρόμος
Θιακιώτες, που ροκάνισαν το βιος του σπιτικού του .

Όμως στο μέλλον η ματιά, ας πέσει επι τέλους,
τέρμα να θέσουνε κι αυτοί, η άνοη φατρία.
Μα για μαντείες δεν μιλώ , με άγνοια του τέλους
που θα’ χουν. Τα ’πα και σ’ αυτόν πριν φύγει για την Τροία 180

τότε που ξεκινήσανε μαζί με τους Αργείτες
και ο Οδυσσέας δίπλα τους, του το ’χα πει με πόνο
πως θα ’βρει άγρια συμφορά από τους πελαγίτες
και θα χαθούν οι σύντροφοι. Στον εικοστό το χρόνο

θα επιστρέψει αγνώριστος. Και να που βγήκε αλήθεια».
Τότε του Πόλυβου ο γιος ο Ευρύμαχος του λέει:
«Ρε γέρο, τα μελλούμενα και τα’ άλλα παραμύθια
στους γιους σου πες τα, μη τυχόν κακός αέρας πνέει,

το μέλλον πιότερο από σε, εγώ το έχω μάθει.
Μες στ’ ουρανού μύρια πουλιά πετούν, στο χαλαζί του, 190
χωρίς να στέλνουν συμφορές. Μα ο Οδυσσέας ’χάθη
και κάλλιο γέροντα και συ να πέθαινες μαζί του.


Αν έτσι ήταν, θα ’λειπες από αυτόν το χώρο
και ούτε τον Τηλέμαχο θ’ άναβες με αλητείες
που ίσως αργά στο σπίτι σου, σου στείλει κάποιο δώρο.
Μα τώρα από εμένανε άκουσε προφητείες:

Αν όλοι γέρο σαν κι εσέ που λες πως τα γνωρίζεις,
σε νέους λόγια λέγανε, ενώ ήταν οργισμένοι
να τους θυμώσουν πιο πολύ, στα βάθη, τους γκρεμίζεις
χειροτερεύοντας αυτούς. Πως θα ’ταν κερδισμένοι 200

που τίποτα δεν θα ’βγαζαν; Όμως στην αφεντιά σου
πρόστιμο θά’μπει τσουχτερό, εσένα ν’ αγριέψω
βάρος του να ’ναι η πληρωμή, να λιώνει η καρδιά σου.
Εγώ όμως τον Τηλέμαχο θα τονε συμβουλέψω

μπροστά σας. Στον πατέρα της τη μάνα του από τώρα
να στείλει, κι εκεί να ’βαζε στεφάνι, για καλό τους
δεχούμενοι όπως ταίριαζε στην κόρη πλούσια δώρα.
Γιατί από των Αχαιών δεν θα ’βγει απ’ το μυαλό τους

αυτού του γάμου η πεθυμιά, που στα βαθειά τους πάει.
Ποτέ δεν φοβηθήκαμε, όποιος και να ’ναι αγνάντι 210
ούτε και τον Τηλέμαχο που αυθάδικά μιλάει
κι ούτε στ’ αυτιά θα βάλουμε τα λόγια αυτά του μάντη


κι όσα εσύ ξεστόμισες γέρο, να μας χτυπάνε,
πιο μισητό σε κάνουνε. Ποιος να ’βρει όμως λύση,
έτσι κι αλλιώς απλέρωτο το βιος τους θα το φάνε
όσο τον γάμο της αυτή ξεχνά να τον ορίσει

Τον γάμο, που η προσμονή, μας έχει αποπάρει
και κόρη δεύτερη κανείς, δίπλα του δεν νογάει
γιατί καθείς για ταίρι του, αυτή θέλει να πάρει»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι του απαντάει: 220

«Μνηστήρες σεις, κι Ευρύμαχε, που φήμες σας ορίζουν
ξόρκισα αυτά που γίνανε, και λέξη δεν μ’ ανάβει.
Γιατί τα ξέρουν οι θεοί, κι οι Αχαιοί γνωρίζουν.
Βοηθείστε με λοιπόν κι εσείς, ν’ αρματωθεί καράβι

με είκοσι ναύτες σύντροφους, να πάω και να γυρίσω
στην Σπάρτη την περήφανη, στις αμμουδιές στην Πύλο
μήπως και μάθω ο κύρης μου , αν θα γυρίσει πίσω,
αν απ’ τον Δία κίνησε φήμη ή κι από φίλο

που πρώτη αυτή, την είδηση, στον κόσμο την απλώνει.
Κι αν μάθω πως η επιστροφή, κοντά είναι, δεν θ’ αργήσει, 230
θα καρτερέψω μια χρονιά κι ας με χτυπούν οι πόνοι.
Μα αν μάθω ότι πέθανε και πίσω δεν γυρίσει


Μνημούρι στην Ιθάκη μου θ’ ανέβω να του κτίσω
τις νεκρικές που αρμόζουνε θυσίες να του κάνω
σε άρχοντα να ’ναι ταιριαστές, και θα παρακινήσω
τη μάνα μου να πει το ναι, στο δεύτερο τον γάμο».

Ο Μέντορας σηκώθηκε, αφού είχε τελειώσει,
που ο Οδυσσέας άφησε σαν φίλο μπιστικό του
όταν στην Τροία έφυγε, κι όλα του τα ’χε δώσει
γνώμη να έχει για το βιος και για το σπιτικό του 240

και με μεστά τα λόγια του αρχίζει να μιλάει
«Θιακιώτες συμπολίτες μου, να τι μου λέει η γνώση:
Ποτέ στον κόσμο βασιλιάς καλά μη κυβερνάει
με δίκιο και με σύνεση και με αγάπη τόση,

κι όλων τον πόνο ν’ αγροικά, παρά σκληράδα να ’χει,
κακός να είναι, δύστροπος, να φέρεται σαν τέρας.
Ο Οδυσσέας πέστε μου σε ποια μυαλά υπάρχει
που κυβερνούσε όλους μας σαν να ’τανε πατέρας

μα ούτε οι μνηστήρες προξενούν σε μένα απορία
που με αμυαλιά κι αστοχασιά το βιος του έχουν κλέψει 250
κι ούτε περνά απ’ το μυαλό πως θα ’ρθει η τιμωρία
γιατί κακώς νομίζουνε πως δεν θα επιστρέψει


Μα εγώ δεν τα ’χω με αυτούς, γι άλλους λυπάται η σκέψη
που ενώ οι μνηστήρες οι άφρονες το έχουν παρακάνει
αδυνατεί ένας λαός αυτούς να συμμαζέψει».
Και του Ευήνορα ο γιος, ο Λιόκριτος , του κάνει:

«Μέντορα που ξεκούτιανες, κι έχεις κακή τη γλώσσα
τα λόγια αυτά είναι στερνά, απόφασης μεγάλης
για να κερδίζεις φαγητό. Μπορείς να κάνεις τόσα;
ώστε με άντρες τόσους μας μονάχος να τα βάλεις. 260

Κι ο Οδυσσέας να ’φτανε σε Ιθάκη κι είχε τόλμη
με τους μνηστήρες ν’ άρχιζε την μάχη του στο γλέντι
λίγος θα ήταν, μα κι αυτή θα λαχταρούσε ακόμη
τις χάρες που περίμενε απ’ το γλυκό λεβέντη,

φριχτό θα ’ταν το τέλος του στο ίδιο του το σπίτι
με τόσους μας αν τα ’βαζε. Άνοα τα ’χεις θέσει.
Μα ας μαζευτεί ο καθένας μας στην πατρική του κοίτη
και το ταξίδι ο Μέντορας δίπλα στον Αλιθέρση

να του ετοιμάσουν, φίλοι του, παλιά απ’ τον πατέρα.
Μα απ’ την Ιθάκη εγώ νογώ δεν το κουνά κανένας, 270
έτσι κι αυτός θα καρτερεί τις φήμες εδώ πέρα».
Είπε κι ευθύς στα σπίτια τους γυρνούσε ένας –ένας,


καθώς με αυτά η σύναξη, τέλειωσε αγάλι-αγάλι.
Τότε οι μνηστήρες τράβηξαν ξανά για το παλάτι,
και ροβολά ο Τηλέμαχος στο μακρινό ακρογιάλι
να δροσιστεί και στη θεά να ψιθυρίσει κάτι.



«Θεά μου, που ανθρωπόμορφη, στο σπίτι μου σε είδα
και μου είπες στο βαθύ γιαλό καράβι ν’ αρματώσω
να μάθω για τον κύρη μου αν φτάσει στην πατρίδα,
οι Αχαιοί εμπόδια μου βάζουν κάθε τόσο 280

κι οι υπερόπτες πιο πολύ, μνηστήρες μ’ εμποδίζουν».
Αυτά είπε , και η Αθηνά κοντά του πάλι σμίγει,
σώμα, φωνή, και όλα της, τον Μέντορα θυμίζουν
και με φωνή τονε καλεί ο δισταγμός να φύγει:

«Φόβο δεν έχεις στην καρδιά Τηλέμαχε έχεις τόλμη
ίδια με αυτήν του κύρη σου, που στο αίμα σου ’χει στάξει
γιατί ήταν άξιος μαχητής και άξιος στην γνώμη
και το ταξίδι με σκοπό, θα κάνεις που ’χεις τάξει.

Της Πηνελόπης αν εσύ, και του Οδυσσέα, ο γιός τους
δεν είσαι, όσα στοχάζεσαι δεν θα ’ρθουν με σοφία 290
γιατί ελάχιστα παιδιά μοιάζουνε στο γονιό τους,
χειρότερα τα πιο πολλά, καλά, η μειοψηφία.


Μα αν τον φόβο αγνοείς κι είσαι αποφασισμένος,
κι η γνώση με του κύρη σου, μες στο μυαλό σου μοιάζει
ελπίδες έχεις στις δουλειές να είσαι κερδισμένος
κι αυτά που οι μνηστήρες λεν, ξέχνα τα μη σε νοιάζει,

που να ’βρουν νου να στοχαστούν, που να ’βρουνε το δίκιο,
δεν βλέπουνε τον θάνατο στου χάρου το καρτέρι
που θα τον σπείρει αμείλικτα χέρι βαρύ κι αντρίκιο,
μα εσένα το ταξίδι σου ο χρόνος θα το φέρει 300

γιατί μ’ εμένα σύμμαχο, και φίλο του πατέρα
θα βοηθηθείς ν’ αρματωθεί γοργόπλοο καράβι
θα μ’ έχεις πάντα δίπλα σου. Μα πριν τελειώσει η μέρα
με τους μνηστήρες κάθισε, κει που το γλέντι ανάβει

κι ετοιμασίες άρχισε με προσταγή δική σου,
άλευρα μέσα στα σακιά που ’ναι η ζωή του ανθρώπου ,
στις στάμνες πρόσταξε κρασί να βάλουν οι δικοί σου,
κι εγώ συντρόφους θα σου βρω, εθελοντές του τόπου.




Το θαλασσόκλειστο νησί, το έχουν κατακλύσει
καράβια νέα και παλιά. Για να γινεί ταξίδι, 310
θα επιλεγεί, θ’ αρματωθεί, κάποιο να ξεκινήσει»
αυτά με θεολάλητη μιλιά του είπε, κι ήδη


ο συνετός Τηλέμαχος κινά για το παλάτι
με την καρδιά ανάστατη ,που οι σκέψεις τον ζαλίζουν,
για ν’ αντικρύσει τους κακούς μνηστήρες, που γεμάτοι
αίματα, γίδια σφάζουνε και χοίρους καψαλίζουν.

Τον πλησιάζει ο Αντίνοος με γέλιο και με χάρη
και σφίγγοντας το χέρι του, να του μιλά αρχίζει:
«Περήφανε Τηλέμαχε άξιο παλικάρι
κακό, από λόγια που ακούς, στο νου μη φτερουγίζει 320

κάτσε και τρώγε ήσυχα τους άξιους σου κόπους
κι οι Αχαιοί θα δώσουνε ευθύς ότι ζητήσεις
καράβι τούτοι θα σου βρουν με άξιους λαμνοκόπους
στην Πύλο, για τον κύρη σου, να βγεις και να ρωτήσεις»:

Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος έτσι του απαντάει:
«Αντίνοε, μαζί αν βγω θα είναι καταισχύνη
να πίνω με ξεφάντωμα δίπλα σας, πλάϊ-πλάϊ.
Δεν σας αρκεί που για το βιος, σεις έχετε ευθύνη,

απ’ τις χρονιές που ήμουνα σχεδόν μικρό παιδάκι;
Μα τώρα που άντρας έγινα, μα μου το είπαν κι άλλοι 330
καθώς μαθαίνω τις ντροπές, κι ανάβει το σαράκι
σίγουροι να ’στε, συμφορά , θα βρείτε εσείς μεγάλη


ή στην Ιθάκη μένοντας είτε στην Πύλο πάω.
Μα το ταξίδι θα γινεί, ποτέ δεν θα τ’ αφήσω,
κύρης δεν είμαι καραβιού, κι ούτε λαμνοκοπάω
σαν ταξιδιώτης συντροφιά με ναύτες θα κινήσω,

μα το δικό σας όφελος στη σκέψη πάντα παίζει».
Είπε κι απότομα τραβά του Αντίνοου το χέρι.
Τότε οι μνηστήρες στρώσανε το πλούσιο τραπέζι
και του πετούσανε μπηχτές, που κόβαν σαν μαχαίρι 340


και υπερόπτης ένας νιος πετά κουβέντα σκάρτη:
«Ακάθεκτα ο Τηλέμαχος ζητά να μας κλαδέψει
μέσα απ’ την Πύλο φέρνοντας βοηθούς, κι από την Σπάρτη
γιατί τον σπρώχνει ο πόθος του για μας να ταξιδέψει

Μπορεί στην Έφυρα να βγεί και φαρμακοβοτάνι
να φέρει απ’ τη χώρα αυτή που ομορφοκαρπίζει
να στάξει στα ποτήρια μας όλους να μας ξεκάνει»
και τότε υπεροπτικά δεύτερος νιος αρχίζει:

«Με το βαθύ πλεούμενο, ποιός ξέρει πριν γυρίσει,
όπως ο κύρης του κι αυτός, στα ξένα δεν βουλιάξει 350
και κόπους πιότερους σε μας, αυτός κληρονομήσει
να διαχωρίσουμε το βιος, όπως σ’ εμάς ταιριάξει,


το σπίτι θα το δώσουμε στην μάνα, με όποιον πάρει».
Τελειώσαν κι ο Τηλέμαχος στην απόθήκη μπήκε
που έκρυβε χρυσαφικά, με λάδι κεχριμπάρι,
σεντούκια με το ρουχισμό που στον καθένα ανήκε,

και πλάκες είχαν με χαλκό, πιθάρια γεμισμένα
στις άκρες, με παλιό κρασί, που έσπαγε τη μύτη,
ανέρωτα γλυκά κρασιά και αρωματισμένα
σαν ο Οδυσσέας κάποτε ξανάφτανε στο σπίτι. 360

Το δώμα ψηλοτάβανο, πόρτες με δύο φύλα,
με δούλα φύλακα πιστό, έρημο να μη μείνει,
του Ώπου η κόρη η πιστή με αγάπη το εφύλα
η Ευρύκλεια, σαν έφτασε διαταγή της δίνει:

«Γλυκειά μου βάβω διάλεξε κρασί που το γνωρίζεις,
σε στάμνες πες σε κάποιονε, δίκαια να μοιράσει
να είναι το πιο νόστιμο ,αυτό που προορίζεις
άμα σωθεί ο κύρης μου με αυτό να ξεδιψάσει

σταμνιά βούλωσε δώδεκα, γλυκόπιοτο γεμάτα
κριθάλευρο βάλε σ’ ασκί ψιλοκοσκινισμένο
μα θα το ξέρεις μόνο εσύ, το μυστικό μου κράτα,
κι αλεύρι μέτρα είκοσι, να ’ναι ψιλοαλεσμένο. 370

Ο ίδιος θάρθω την νυχτιά, ούτε άλλονε θα στείλω
όταν στης μάνας τη ματιά, ο ύπνος το μερτικό του
πάρει. Στη Σπάρτη να διαβώ στην αμμουδάτη Πύλο
να μάθω για τον κύρη μου και για τον ερχομό του»

Της τα ’πε, και της βάβως του τα μάτια κοκινήσαν
και με κουβέντες τρυφερές τον τριβελλίζει ώρες
«Γιόκα μου τι έβαλες στο νου, ποιοι σε παρακινήσαν
μοναχοπαίδι κι άγουρος να βγεις σε ξένες χώρες

μακριά απ’την πατρίδα σου και τρισαλαργεμένος
με απόντα τον πατέρα σου, ποτέ δεν θα διστάσουν 380
αυτοί πίσω απ’ την πλάτη σου με μπαμπεσιά και μένος
να σε χαλάσουν ύπουλα το βιος σου να μοιράσουν,


κάτσε γλυκιέ μου φρόνιμα στα σπιτικά σου ελέη
στα πέλαγα θα παιδευτείς και θα σε φάει η αλμύρα».
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της λέει:
«Βάβω μου την απόφαση μονάχος μου δεν πήρα

βούληση είναι θεϊκή, μα ορκίσου μου εδώ πέρα
πριν δώδεκα μερόνυχτα ο χρόνος να κυλίσει,
στη μάνα λέξη δεν θα πεις γι αυτήν εδώ τη μέρα
αν μόνη της δεν βουληθεί εμένα να ζητήσει, 390

το δάκρυ της να μη χαλά τ’ όμορφο πρόσωπό της»
Έτσι της είπε, κι αυτηνής πικρό κυλά το δάκρυ
στα μάτια, κι αφού έδωσε τον όρκο τον πιστό της
γέμισε τα σταμνιά κρασί και τα ’βαλε στην άκρη

Και σε καλόραφτο ασκό, κριθάλευρο του βάζει.
Έπειτα ο Τηλέμαχος στους άφρονες γυρίζει.
Μα της Παλλάδας το μυαλό ιδέα κατεβάζει.
Με τον Τηλέμαχο όμοια, στην χώρα τριγυρίζει

παρακινώντας νεαρούς στα στέκια όλου του δήμου
να πάνε βράδυ στο γιαλό , αυτοί που ο νους ορίζει. 400
Κι από το γιο του Φρόνιου, του γνωστικού Νοήμου
γοργόπλοο πλεούμενο με μιας εξασφαλίζει.


Αφού η νύχτα έπεφτε στων δρόμων τη διχάλα
και το καράβι στο γιαλό το ’ριξε να προκάνει
τον χρόνο, στο πλεούμενο, σαν τα καράβια τ’ άλλα,
τ’ άρμενα βάζει, κι ύστερα το δένει στο λιμάνι





Σαν συναχτήκανε λοιπόν οι σύντροφοί του όλοι
η Αθηνά τους γκάρδιωνε χτυπώντας τους στην πλάτη.
Κι ύστερα η λιοπερίχυτη θεά κινά στην πόλη
για να βρεθεί γοργόφτερα στο αρχοντικό παλάτι. 410

Κει, στους μνηστήρες έριχνε ύπνο γλυκό στα μάτια
τους θόλωνε με το κρασί, στο πάτωμα πετούσαν
τις κούπες που τους πέφτανε, κι απ’ τα ψηλά παλάτια
στην χώρα τρέχαν γρήγορα γιατί άλλο δεν μπορούσαν

ορθοί και ξύπνιοι να’ τανε, η νύστα τους μεγάλη.
Φωνάζει τον Τηλέμαχο η όμορφη Παλλάδα
ολόϊδια του Μέντορα, στο σώμα, στο κεφάλι,
απ’ το λαμπρό το ανάκτορο, και λάμπει απ’ ομορφάδα:

«Τ’ άλμπουρα πιάσαν, τα κουπιά, Τηλέμαχε, δεν μένει
παρά να ξεκινήσουμε, οι φίλοι ’ναι στο κύμα. 420
Γρήγορα , το καράβι μας άλλο δεν περιμένει»
Του φώναξε η λιόφωτη και άνοιξε το βήμα


Και κείνος πίσω ερχότανε απ’ τα δικά της χνάρια.
Σαν φτάσαν στο βαθύ γιαλό που το νερό κυλάει
βρήκαν τους φίλους έτοιμους μαζί κι όχι ανάρια,
κι ο θεϊκός Τηλέμαχος αρχίζει να μιλάει

«Πάμε συντρόφοι γρήγορα στο έρημο παλάτι
να φέρομαι στο πλοίο μας το αλεύρι κι άλλα ελέη,
η μάνα μου κι οι σκλάβες της πριν ψυλλιαστούνε κάτι,
γνωστό σε μια είν’ απ’ αυτές» με φρονιμάδα λέει. 430

Αφού συνάχτηκε το βιος, και μπήκε στο καράβι
όπως ορίσαν εξ’αρχής του Τηλεμάχου οι όροι
στην πρύμνη πήγε η Αθηνά την θέση της να λάβει
και δίπλα της θρονιάστηκε του Οδυσσέα τ’ αγόρι

τα παλαμάρια λύσανε οι ναύτες και πηδήσαν
στου πλοίου το κατάστρωμα, με βιαστικό το βήμα
και σαν πουλιά, με διαταγή ουράνια κυμματίσαν
βοηθώντας να γλυστρίσουνε στο απαλό το κύμα




με τον Τηλέμαχο μπροστά, τα άρμενα σηκώσαν
κι ακούγανε τις διαταγές για να δεθεί το ξάρτι 440
έπειτα δέσαν το πανί και στα ψηλά τ’ ορθώσαν
αφού στο τρύπιο της δοκού σφηνώσαν το κατάρτι

φούσκωνε ο αέρας το πανί, και τα λουριά δεθήκαν
με της καρίνας τις στριγγλιές στο λαξευτό το κύμα
καθώς η ώρα πέρναγε βαθύτερα βρεθήκαν
με το μαβί καράβι τους, λαμνοκοπώντας πρίμα

ποτήρια πήραν με κρασί, που φέρνει τη ζαλάδα,
το στάζανε για τους θεούς και η θυσία ανάβει
η πρώτη-πρώτη δέηση για την θεά Παλλάδα
κι ως την αυγή αρμένιζε, στη νύχτα , το καράβι. 450

ΤΕΛΟΣ Β! ΡΑΨΩΔΙΑΣ

Δημοσίευση στο stixoi.info: 20-11-2009