Στη Σκια Του Πολεμου

Δημιουργός: demieumo, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Μη αποθαρρήσετε Έλληνες, ουδέ κατά την οδυνηράν αυτήν στιγμή της ιστορίας μας. Αι καλαί ημέραι θα επανέλθουν. Να είσθε βέβαιοι ότι γρήγορα ξημερώνει λαμπρά εθνική ημέρα, η μεγαλυτέρα του Ελληνισμού. Μείνατε πιστοί εις την ιδέαν μιας ελευθέρας πατρίδος.

Αυτές οι λέξεις ανέμιζαν στον αέρα σαν ριπές όπλων όταν το ραδιόφωνο ανακοίνωσε την αρχή ενός σκληρού πολέμου οι οποίες έμειναν χαραγμένες στο μυαλό της, ακόμη και αν πέρασαν εξήντα ολόκληρα χρόνια από τότε. Η Λενιώ, ήταν δεκαέξι χρονών κοπέλα, όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τα ελληνικά χώματα. Λίγες μέρες νωρίτερα, είχε νιώσει για πρώτη φορά τα σκιρτήματα ενός έρωτα που μαράθηκε προτού καν προλάβει να ανθίσει. Τον Φίλιππο τον είχε συναντήσει στη μεγάλη πέτρινη βρύση του χωριού της, που δέσποζε κάτω από ένα αιωνόβιο πλατάνι.

Ήταν ψηλός με γεροδεμένη κορμοστασιά και πλήθος από κυματιστές μαύρες μπούκλες, χόρευαν ανέμελα γύρω από το σταρένιο πρόσωπο του. Είχε προσφερθεί να τη βοηθήσει με το κουβάλημα της στάμνας, παρ’όλο που δίπλα στη Λενιώ, υπήρχαν δεκάδες ακόμα κορίτσια που γέμιζαν τις δικές τους. Όμως αυτός, είχε διαλέξει εκείνο το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά που έπεφταν σαν χείμαρροι πάνω στο λυγερό κορμί της και με δυο μάτια που θύμιζαν το χρώμα του κεχριμπαριού.

Η καρδιά της φτερούγισε σαν τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Της φάνηκε πως δεκάδες περιστέρια, ξεχύθηκαν μέσα από τη ψυχή της, όταν εκείνος της άγγιξε απαλά το χέρι, την ώρα που φόρτωνε τη στάμνα της πάνω στα δυνατά του μπράτσα.

Έτσι, ένα μεγάλο ειδύλλιο ξεκίνησε και οι δύο νέοι κανόνιζαν να βρίσκονται κρυφά στο περιβόλι που απείχε λίγα μέτρα από τη βρύση του χωριού.

Οι λίγες στιγμές που περνούσε κοντά του, καθώς εκείνος την έκλεινε μέσα στην αγκαλιά του και αποζητούσε με λαχτάρα τα παρθενικά φιλιά της, την έκαναν να νιώθει πως χανόταν μέσα σε μια τεράστια δίνη από έρωτα.

Ο Φίλιππος, της σφράγιζε τα μάτια με τα χείλη του και της ψιθύριζε λόγια πρωτόγνωρου πάθους στο αυτί της, σκορπίζοντας με την καυτή ανάσα του, μια μυρωδιά όμοια με αγιόκλημα που τρύπωνε βαθιά μέσα στα ρουθούνια της.

« Σου υπόσχομαι πως θα σ’ αγαπώ για πάντα. Μεθαύριο την Κυριακή θα έρθω να σε ζητήσω από τους γονείς σου. Θα είμαστε για πάντα μαζί. Τίποτα και κανείς δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει…»

Αυτά τα λόγια, η Λενιώ τα έπλεκε κάθε βράδυ στα λυτά μαλλιά της και αποκοιμιότανε πάνω τους, μετρώντας τις ώρες για το ξημέρωμα μέχρι που θα ερχότανε πάλι εκείνη η ώρα, που θα συναντούσε ξανά τον Φίλιππο.

Όμως, οι υποσχέσεις του Φίλιππου βούλιαξαν σαν παλιό σκαρί σε μανιασμένη θάλασσα. Μια είδηση έπεσε σαν κεραυνός σε ολόκληρη την Ελλάδα, ισοπεδώνοντας τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις ελπίδες όλων των ανθρώπων. Το ίδιο συνέβη και στη Λενιώ, όταν έμαθε πως οι Γερμανοί είχαν κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στην Ελλάδα.

Το τραγικό νέο κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα και η αγωνία θρόνιασε στα σκυθρωπά πρόσωπα

όλων.

Αλαφιασμένη η Λενιώ, έτρεξε στο σημείο που συναντιόταν με τον Φίλιππο. Τον βρήκε κάτω από ένα δέντρο, με τα χέρια στους κροτάφους. Έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του, όμως τα χέρια του έμοιαζαν να μην ορίζουν τις κινήσεις τους. Τα μάτια του, είχαν χάσει το σπινθηροβόλο χρώμα τους, θαρρείς πως είχαν ρουφήξει όλη τη σκοτεινιά της προηγούμενης νύχτας.

« Τι θα κάνουμε τώρα, Φίλιππε;» τον ρωτούσε με αγωνία το τρομαγμένο κορίτσι.

Εκείνος σαν είδε τον φόβο που είχε κουρνιάσει στην καρδιά της, στόλισε το πρόσωπο του με ένα θαμπό χαμόγελο.

«Είμαι σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά. Σίγουρα θα χρειαστεί να αποχωριστούμε για λίγο. Όμως θέλω να είσαι περήφανη για μένα και να με σκέφτεσαι λιγάκι όταν θα πολεμάω ενάντια στους κατακτητές» της είπε και τα μάτια του δεν άντεχαν να κοιτάζουν τα δικά της.

Όλη την ώρα που της μιλούσε, εκείνος είχε το βλέμμα του καρφωμένο στο αφράτο χώμα. Τα δάχτυλα του, όργωναν με μανία την εύφορη γη που απλωνότανε πλούσια. Κάποια στιγμή, πήρε στη χούφτα του μια μικρή ποσότητα από το χώμα και αφού το μύρισε, το έκρυψε βαθιά στην τσέπη του.

« Θέλω κάτι να μοιραστώ μαζί σου» είπε η Λενιώ και ευθύς αμέσως, τράβηξε με δύναμη το μικρό μενταγιόν που κρεμόταν στο λευκό λαιμό της. Στο τελείωμα της αλυσίδας, βρισκόταν μια καρδιά που άνοιγε στα δύο. Έσφιξε τα δάχτυλα της γύρω της και την έσπασε στη μέση, προσφέροντας του τη μισή.

«Θέλω τη μισή να την κρατήσεις εσύ. Τώρα που θα φύγεις αγαπημένε μου, η μισή καρδιά μου θα σε συντροφεύει μέχρι να γυρίσεις πίσω. Οι ανάσες μου θα είναι μετρημένες και την τελευταία μου πνοή θα στη χαρίσω όταν θα σε αντικρίσω και πάλι» του είπε και ένας χείμαρρος από δάκρυα μούσκεψαν τα ροδαλά μάγουλα της που κατρακύλησαν μέχρι το αυλάκι του λαιμού της.

Ο Φίλιππος έσκυψε και σαν διψασμένος ταξιδιώτης, ρούφηξε κάθε σταγόνα από το αλμυρό νερό της νιότης της. Ύστερα, έσκυψε το κεφάλι του και έφυγε, ενώ η Λενιώ έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που η φιγούρα του εξαφανίστηκε από μπροστά της.


Ένας βαρύς χειμώνας μαζί με την εξαθλίωση των ανθρώπων, ύστερα από τους αδιάκοπους αγώνες εναντίον των άκαρδων κατακτητών, ήρθε και σκέπασε τις χιονισμένες στέγες των μισο-γκρεμισμένων σπιτιών.
Η Λενιώ κρατούσε στα χέρια της σφιχτά το πρώτο γράμμα που έλαβε από τον Φίλιππο. Είχε παρακαλέσει από έναν έμπορο του χωριού, ο οποίος γνώριζε τους κατάλληλους ανθρώπους, να τη βοηθά να αλληλογραφεί με τον αγαπημένο της.
Πάνω στο χαρτί, βρίσκονταν λίγες λέξεις, γραμμένες άτακτα με το χρώμα του μελανιού να ξεθωριάζει κι αυτό σαν το χρώμα των ματιών της που έσβηνε μέρα με τη μέρα από την προσμονή.

«Αγαπημένη μου, είμαι καλά. Να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι και κάθε φορά που σφίγγω τα δάχτυλα στο όπλο μου, ορκίζομαι πως θα παλέψω να τελειώσει αυτός ο πόλεμος γρήγορα, ώστε να γυρίσω πάλι κοντά σου…»

Ο χειμώνας έφυγε και η άνοιξη ήρθε και στόλισε το ρημαγμένο τοπίο που ξεχυνόταν απλόχερα σε τούτο το χωριό. Οι προμήθειες που κατάφεραν να σώσουν οι γονείς της Λενιώς, είχαν σχεδόν τελειώσει και η οικογένεια της, ήταν απαρηγόρητη.
Κάποιο βράδυ, οι γονείς της κάθονταν γύρω από το μικρό στρογγυλό τραπέζι. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους είχαν αλλοιωθεί από την εξάντληση και την αγωνία και ένα αχνό τρεμόπαιγμα από ένα ξεψυχισμένο κερί, προσπαθούσε μάταια να φωτίσει τα θλιμμένα μάτια τους.

« Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αφού δεν μπορούμε να σωθούμε εμείς, ας σώσουμε την κόρη μας. Ο κύριος Στεργίου ετοιμάζεται να φύγει για την Αίγυπτο. Ήδη έχει καθυστερήσει επικίνδυνα και ο λόγος είμαστε εμείς. Όμως δεν έχουμε άλλο χρόνο, θα πρέπει να το πούμε και στη Λενιώ» ακούστηκε η φωνή του πατέρα της.

Η Λενιώ πετάχτηκε έντρομη και η φωνή της έσκισε την πένθιμη σιγή που ηχούσε στο σπίτι της.

« Τι εννοείς πατέρα; Τι είναι αυτό που πρέπει να μάθω;»

« Κόρη μου, εμείς δεν έχουμε μέλλον. Τα χρόνια μας τα φάγαμε. Εσύ έχεις όλη την ζωή μπροστά σου να τη ζήσεις και να τη χαρείς, μακριά από τούτο τον καταραμένο τόπο. Τα ξημερώματα, ο έμπορος ο κύριος Στεργίου, θα φύγει κρυφά για την Αίγυπτο. Προσφέρθηκε να σε πάρει μαζί του με τη συμφωνία να γίνεις γυναίκα του» απάντησε ο πατέρας της.

Ένα κύμα ζαλάδας τύλιξε τη Λενιώ, που απλώθηκε γρήγορα σε όλο της το σώμα. Τα πόδια της λύγισαν στο άκουσμα των λέξεων από το στόμα του πατέρα της και σαν άψυχο σώμα σωριάστηκε σε μια κουρελιασμένη πολυθρόνα.

« Δεν θα φύγω μαζί του. Θα μείνω εδώ. Δεν μπορώ να αφήσω το χωριό μου. Εδώ βρίσκεται η ζωή μου. Σας παρακαλώ, δεν έχω θέση με εκείνον τον άνθρωπο» ούρλιαξε το κορίτσι, με όση δύναμη της είχε απομείνει στα σωθικά της.

Όμως γνώριζε πως το μέλλον της είχε καθοριστεί. Το ξημέρωμα ήρθε και άυπνη καθώς ήταν, πήδηξε στην άμαξα και κοίταξε για στερνή φορά το πατρικό της. Δίπλα της καθόταν ο κύριος Στεργίου.

« Πως μου το έκανες αυτό; Εσύ γνώριζες ότι η καρδιά μου είναι δοσμένη σε άλλον» ακούστηκε η φωνή της Λενιώς σαν ικεσία.

« Πάντα σε αγαπούσα. Ακόμη και τότε που έμαθα ότι η καρδιά σου χτυπούσε για τον Φίλιππο. Όμως, τώρα πια δεν έχει σημασία να μείνεις σε αυτόν τον τόπο. Φαντάστηκα, ότι ύστερα από το χαμό του, δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσεις να ζεις σε τούτη τη χώρα» ακούστηκαν οι λέξεις του και σαν μαχαιριές, έσκισαν την καρδιά της Λενιώς σε χίλια κομμάτια.

Ξάφνου, τα πάντα σκοτείνιασαν μπροστά της και οι ανάσες της έμοιαζαν σαν να πάλευαν να ανακτήσουν την ίδια τους τη ζωή. Κι ύστερα ήρθε το απόλυτο σκοτάδι που γέμισε τα βλέφαρα της.


Ένας καυτός ήλιος κυμάτιζε ψηλά στον ουρανό. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και αποπνικτική. Η Λενιώ, βγήκε στη βεράντα του σπιτιού της και έκατσε στη μικρή ξύλινη πολυθρόνα της. Ένα απέραντο τοπίο απλωνότανε μπροστά στα μάτια της. Μερικά διάσπαρτα δέντρα, ορθώνονταν ξεχασμένα σε αυτή τη χώρα και μερικοί βράχοι από γρανίτη στόλιζαν εκείνο το ξερό τοπίο. Το σπίτι που είχε χτίσει ο Στεργίου, βρισκόταν στη πιο γόνιμη πλευρά της Αιγύπτου.

Μερικά μέτρα πιο πέρα, δέσποζε η αγορά της πόλης, όπου πλήθος εμπόρων και απλών ανθρώπων κατέκλυζαν καθημερινά τους δρόμους της.

Είχαν περάσει κιόλας εξήντα ολόκληρα χρόνια, απ’ όταν η Λενιώ έφυγε από το χωριό της κι είχε φτάσει σε τούτη τη ξερή χώρα. Κάθε μέρα, ορκιζόταν στον εαυτό της ότι μόλις τελείωνε ο πόλεμος στην Ελλάδα, θα γύριζε πίσω. Όμως οι όρκοι της ναυαγούσαν, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Πάντα έμενε εκεί, δίπλα στον άντρα που της πρόσφερε ένα καταφύγιο με αντάλλαγμα να ξεχάσει τη ζωή της σε μια καρδιά που ξεψυχούσε πολεμώντας, χιλιόμετρα μακριά σε ρημαγμένα τοπία.

Τα χρόνια περνούσαν αργά όσο εκείνη έφερνε στον κόσμο τα παιδιά της και η μητρική στοργή την καθήλωνε ακόμη περισσότερο σε κείνη τη χώρα. Η φροντίδα τους γαλήνεψε για λίγο την πληγωμένη της ψυχή. Όταν εκείνα μεγάλωσαν και έφτιαξαν τα δικά τους σπιτικά, ο άντρας της πέθανε έτσι ξαφνικά όπως εμφανίστηκε στη ζωή της.

Η Λενιώ κούνησε το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να διώξει τις σκέψεις που κατέκλυσαν το μυαλό της. Άρπαξε τη βαλίτσα της και έτρεξε γρήγορα μακριά από το σπίτι, που τη φιλοξένησε όλα αυτά τα χρόνια, δίχως να στρέψει πίσω το βλέμμα της μια στάλα.

Απρίλιος μήνας ήταν, όταν η Λενιώ γύρισε και πάλι στο πατρικό της. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, το χωριό της είχε αλλάξει πολύ. Είχαν χτιστεί καινούργια σπίτια, με νεόκτιστους δρόμους και πλήθος από μαγαζιά ξεφύτρωναν στα στενά σοκάκια.

Έτρεξε με αγωνία στην πλατεία του χωριού. Η πέτρινη βρύση, βρισκόταν ακόμη εκεί, κάτω από το γέρικο πλατάνι. Γύρω του υπήρχαν μερικά παιδιά που έπαιζαν ανέμελα. Αναζήτησε τα όμορφα κορίτσια που κρατούσαν στις μασχάλες τους τις στάμνες. Όμως εκείνη η εικόνα ζούσε μόνο σαν μια ανάμνηση στους διαδρόμους του μυαλού της.

Δίχως να το καταλάβει, είχε ήδη φτάσει στο τέρμα του χωριού. Ένας χωμάτινος δρόμος, οδηγούσε στο πατρικό της σπίτι. Κοίταξε από μακριά και το είδε να στέκεται θλιμμένο, έτσι όπως ακριβώς το είχε αφήσει.

Προχώρησε κι έσπρωξε τη ξύλινη πόρτα. Αυτό το μέρος, χρειαζόταν ένα γερό καθάρισμα. Ανέβηκε την παλιά πέτρινη σκάλα και βημάτισε στο μικρό σαλόνι. Παρ’ όλη τη σκόνη και την κλεισούρα που επικρατούσε, τα πάντα ήταν στη θέση τους. Το μικρό στρογγυλό τραπέζι με τη πλεκτή ροτόντα απάνω του και μερικές ξεφτισμένες κλωστές που κρέμονταν μέχρι το πάτωμα. Ένα βάζο με μερικά ξερά λουλούδια που θρυμματίστηκαν στο άνοιγμα της πόρτας, αφήνοντας ένα βιαστικό αεράκι να τριγυρίζει με μανία στο ξεχασμένο δωμάτιο.

Λίγο πιο πέρα, είδε τον καναπέ που κοιμόταν η ίδια κάποτε δίπλα στο παράθυρο. Πλησίασε και έσπρωξε το μάνταλο και το παράθυρο υποχώρησε αμέσως. Ένας ανοιξιάτικος ήλιος ξεχύθηκε απλόχερα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πλήθος από κόκκους σκόνης, στροβιλίστηκαν σε ένα παράξενο χορό.

Αμέσως, ξάπλωσε αποκαμωμένη στον ταλαιπωρημένο καναπέ και έκλεισε τα μάτια της. Ούτε που κατάλαβε πως ήρθε το σούρουπο και ένα πορφυρό χρώμα, στόλισε τον απέραντο ουρανό. Τα μάτια της περιπλανήθηκαν στον άδειο δρόμο που βρισκόταν κάτω από το παραθύρι της.

Ξαφνικά, μια φιγούρα σκοτεινή εμφανίστηκε εκεί πέρα και παρέμενε ακίνητη, έχοντας για σύμμαχο το σκοτάδι που απλωνότανε σαν πέπλο στο τελείωμα της μέρας.
Η καρδιά της άρχισε να πάλλεται επικίνδυνα και ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της.
Μέσα στην απόλυτη ησυχία της φάνηκε πως άκουσε έναν περίεργο θόρυβο σαν κάποιο αντικείμενο να πετάχτηκε πάνω στις πέτρες που υπήρχαν διάσπαρτες στο έδαφος.
Με κομμένη την ανάσα κατέβηκε τη σκάλα και βγήκε έξω στο δρόμο.
Ένα ολοστρόγγυλο ασημί φεγγάρι, πάσχιζε να φωτίσει το σκοτεινό της σπίτι.
Απεγνωσμένα αναζήτησε τη φιγούρα που είχε δει, μέχρι που τα μάτια της αιχμαλωτίστηκαν από τη λάμψη ενός αντικείμενου που βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από κείνη.

Προχώρησε με αργά βήματα και άπλωσε το χέρι της να το πιάσει. Δάκρυα σαν βροχή, ξεχύθηκαν στο πρόσωπο της καθώς κοιτούσε μια χρυσή καρδιά μέσα στη χούφτα της. Με δύναμη τράβηξε τη δική της καρδιά που είχε κρεμασμένη στο λαιμό της και αμέσως τα δύο κομμάτια ενώθηκαν και σχημάτισαν το μενταγιόν που φορούσε κάποτε.

« Κάθε βράδυ για εξήντα χρόνια, ερχόμουν και κοίταζα το παραθύρι σου. Ήλπιζα πως κάποτε θα σε έβλεπα ξανά» ακούστηκε η φωνή του μοναδικού ανθρώπου που αγάπησε η Λενιώ.

Εκείνος προχώρησε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι του. Η Λενιώ τον κοιτούσε αποσβολωμένη σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την τρικυμία που είχε μόλις ξεσπάσει στην καρδιά της. Η λάμψη του φεγγαριού φώτιζε τα μαύρα μαλλιά του, σχηματίζοντας πάνω τους ασημένιες ανταύγειες. Έπιασε το χέρι του μα ήταν κρύο, θαρρείς πως μέσα στις φλέβες του έτρεχε αίμα από χιόνι.

« Ήρθε η ώρα να κρατήσω κι εγώ την υπόσχεση μου…» του είπε και σφράγισε τα μάτια της καθώς η τελευταία της πνοή πετάχτηκε σαν αερικό και για λίγα λεπτά στριφογύρισε πάνω από τα κεφάλια τους, μέχρι που χάθηκε κάπου ανάμεσα στα λιγοστά σύννεφα και στο χλωμό φως του φεγγαριού.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 09-04-2010