Θυμάσαι;

Δημιουργός: boofox, Voula

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Είμασταν μικρά. Θυμάσαι;
Παίζαμε στην ίδια γειτωνιά. Θυμάσαι;
Φορούσαμε ρούχα φτωχικά. Θυμάσαι;
Μα ήμασταν δεμένοι σαν γροθιά. Θυμάσαι;

Περάσαν χρόνια και μας χώρισε η ζωή,
εγώ ήμουν αλλού κι ήσουν αλλού κι εσύ.
Μα εγώ σε θυμάμαι να μου λες παραμυθάκια της γιαγιάς
και τα ξερόκλαδα φαντάζανε μ' ανίκητα σπαθιά.

Έλα μου έλεγες ιππότη, ο κόσμος κυνδηνεύει
κι η σωτηρία του στα χέρια μας δεν πρέπει να πεθαίνει.
Και με μια θέληση που πήγαζε βαθιά,
τα δέντρα δράκους φανταζόμασταν που ξέρναγαν φωτιά.
Και τα κουρέλια φανταζόμασταν σαν πανοπία,
μας έκαναν άτρωτους, νικούσαμε τα πάντα στην ουσία.

Αλήθεια, θυμάσαι;

Κι ήρθε ο χρόνος άπωνα το δρόμο μας να χωρίσει,
να σε θυμάμαι όπως παλιά είπα δεν θα μου το στερήσει.
Είμαστε άντρες τώρα πια, τέρμα τα παραμύθια,
πρέπει να μάθουμε να παλεύουμε να ζούμε την αλήθεια.

Ήσουν στο νου μου όπως τότε ένας φίλος μου καλός
και την αγάπη μου για 'σένα δεν θα νικούσε ο εχθρός.
Μα ήρθε μια μέρα που τα βήματα μ' οδήγησαν μπροστά σου
κι ευτυχισμένος έτρεξα να μπω στην αγκαλιά σου.

Μα με σταμάτησες απλώνοντας το χέρι,
μ' έναν ψυχρό χαιρετησμό, τι κάνεις; Πως πάς; Τι λέει;
Στάθηκα άναυδος να δω το πρόσωπο σου,
που ειν' το παιδάκι που στόλιζε το χαμόγελο σου;
Το πρόσωπο σου άλλαξε με μια υπεροψία
σαν κοίταξες πως φόραγα ακόμα πανοπλία.

Μα που να θυμάσαι!

Παιδιά ήμασταν είπες, κάναμε τρέλες.
Ακόμα εκεί είσαι; Περνάνε οι μέρες.
Έγινα μέγας και δυνατός
κι εσύ είσαι ακόμα τόσο μικρός;

Χάθηκε ο κόσμος μου στα ξαφνικά,
γκρεμίσαν τα όνειρα τα παιδικά.
Έγινε η σκέψη μου μια μοναξιά
που ο φίλος μου χάθηκε απ' τα παλιά.

Ναι, είσαι μέγας και δυνατός
κι έμεινα εγώ ακόμα μικρός.
Μα πες μου αλήθεια, πια η διαφορά,
στα πλούτη, στα ρούχα ή τα μαλλιά;
Αν σε χτυπήσω δεν θα πονάς;
Τα χρόνια περνάνε κι εσύ δεν γερνάς;

Μόνο ξεχνάς;

Αν τον αέρα σου κόψουν θα συνεχίσεις να ζεις;
Κι άμα πεινάσεις δεν θα τραφείς;
Τι ειν' αυτό που σε κάνει πιο δυνατό
κι αφήνει εμένα τόσο μικρό;

Μπορέι να μην έκανα λεφτά πολλά
μα έχω ακόμα μια πλούσια καρδιά.
Αυτή έχει μνήμη και δεν ξεχνά
κι ακόμα χτυπάει πραγματικά.

Κι αν είμαι πράγματι τόσο μικρός,
μεγάλος είναι μονάχα ο Θεός
που φτώχια δεν βλέπει ούτε πλούτη πολλά,
μας βάζει όλους στην ίδια αγκαλιά.

Ζήσε με πλούτη λοιπόν και χλιδή,
ξέχνα την αθώα παιδική σου ψυχή.
Κι αν μια μέρα ξυπνήσεις απ' τη νάρκη αυτή,
θα περιμένω να 'ρθει αυτό το παιδί
που τώρα ξέχασες σε μια γωνιά
και πάτησες χρήμα να φτάσεις ψηλά.

Όμως, αλήθεια. Αυτό με πονά!

Δημοσίευση στο stixoi.info: 28-05-2010