Χαμένος

Δημιουργός: ΑΧΩΝΕΥΤΟΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ

...πριν καμια ωρα,το ιστιοφόρο το αφησα γι αυριο.

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

ξέρεις τώρα,είναι κάτι νύχτες που σαν τον τρελό περιφέρεσαι εδώ κι εκεί,δίχως να βρίσκεις μέρος ν' αράξεις.Όλα σου φταίνε,τα φώτα,το σκοτάδι,ο θόρυβος των αμαξιών, τα βήματα των περαστικών,τα γέλια τους,οι ψίθυροι κι οι φωνές τους. Τελικά,καταλήγεις κάπου ψηλά,να τα χεις όλα από κάτω σου,εκτός απ' το σκοτάδι,αυτό όπου κι αν πας θα σε τυλίγει.Φυσάω περιμετρικά, με παιδιαστικη βεβαιότητα πως θα σβήσουν τα φώτα της πόλης.Έσβησαν!...ψιθύρισα με τα μάτια κλειστά.Ένα χαμόγελο πήγε ν' ανθίσει σα νυχτολούλουδο,όμως πριν καν δω το χρώμα του μαράθηκε.Ένα σφίξιμο διαπέρασε τους γελαστήριους μου.Έψαξα στο συρτάρι με τις πρόσφατες μνήμες,να βρω πότε ήταν το τελευταίο γέλιο,ένα ρίγος με διαπέρασε,οι μνήμες είχαν παγώσει.Σήμανε και μισή,ο απόηχος κάποιας καμπάνας έφτασε από τα δεξιά.Μηχανικά έστρεψα το κεφάλι,αναζήτησα κάποιο καμπαναριό,άδικα. Ο νους μου έτρεξε στη χερσόνησο, κάποιο απόγευμα Σαββάτου,οι καμπάνες σήμαιναν για τον εσπερινό,13 επαναλαμβανόμενα χτυπήματα,...ο Α-δάμ,ο Α-δάμ,ο πρω-τό-πλα-στος Α-δάμ, και ξανά.Σιγά-σιγά άρχισαν να ξεπροβάλουν από ολόγυρα μαυροντυμένες μορφές,κατευθυνόμενες προς το Κυριακό.Γαλήνια πρόσωπα, αθόρυβα,δίχως περιττές κινήσεις εισέρχονταν στο ναό.Η καμπάνα άρχισε να σβήνει αφήνοντας τον απόηχο της πτώσης,να πάλεται στον αέρα.Μια γυαλάδα μ΄επανέφερε στην πραγματικότητα.Μια γάτα με κοιτούσε φανερά ενοχλημένη.Προφανώς,είχα καταπατήσει την περιοχή της.Την κοίταξα για λίγο και σηκώθηκα.Περπατούσα προς τα εκεί,δίχως να πηγαίνω κάπου.Κι όμως συνέχιζα να περπατώ προς τα εκεί.Τελικά,αποφάσισα να κατηφορίσω,τα πόδια μου είχαν βαρύνει,κούτσαινα ελαφρά,ως συνήθως.Πέρασα από το παγκάκι που θα θελα να κάτσουμε,μια νύχτα σαν αυτή δίχως να μιλάμε,απλά να σε νιώθω πλάι μου,...έκανα μία να κάτσω,όμως στη σκέψη της απουσίας σου,του γύρισα την πλάτη τρομαγμένος. Έκοψα, κάποιο φύλο από ένα δέντρο που βρέθηκε πλάι μου και άρχισα να το ψιλοκόβω,θαρρώντας πως αυτό μου έφταιγε για όλα.Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά,ο ένας μετά τον άλλο φύγαν κι έγω έμεινα πίσω,άγρυπνος φρουρός της θλίψης,που αναίτια κρατώ κλεισμένη στα μπουντρούμια της καρδιάς μου. Φοβάμαι, τόσο να τη χάσω,κι όμως πρέπει.Γιατί,άραγε;Γιατί;...Ποιος ξέρει;...Θέλω να φύγω,να πάω κάπου μακρυά.Θα ζωγραφίσω ένα ιστιοφόρο με λευκά πανιά,κι ένα μωβ φουστάνι να ανεμίζει για φλάμπουρο. Θα γυρίσω τον κόσμο όλο,μέχρι οι αγέρηδες να σκορπίσουν και την τελευταία ικμάδα απ' το μωβ φουστάνι .Πριν κινήσω, θα γεμίσω τ αμπάρι,με νερό της Άρνης και λωτούς.Δε θα πάρω κανέναν άλλο μαζί,για να μην έχω κανένα να με δέσει στο κατάρτι,όταν θα συναντήσω τις Σειρήνες.Κι όταν πατήσω στο νησί της Καλυψούς,φωτιά θα βάλω να κάψω καθετι που θα μπορεί να γίνει σχεδία.Μα εσύ,το ξέρω,εσύ θα είσαι πάλι εκεί,στον ουρανό της ψυχής μου να ανατέλεις.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-06-2010