I will remember

Δημιουργός: Medelegief,

καλο φθινοπωρο σε ολους...

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Θυμαμαι...
Το σαπούνι που έλιωνε στο καυτό χέρι σου.
Το καυτό νερό που ένωνε δυο κορμιά.
Ναι σ’ αγάπησα και έγινα άνθρωπος.
Γιατί ήμουν ζώο με πρωτόγονα ένστικτα,
που ήθελα απλώς να γρατσουνίσω το κορμί σου,
να δαγκώσω το χέρι σου, να σε ματώσω.
Ένα άσχημο ζώο.
Κι όλοι με περιφρονούσαν και κοιτούσαν
να κάνουν παρέα με τους ομοιους του.
Δεν το περίμενα να μεταμορθωθώ.
Και εγώ σαν το ασχημόπαπο του
παραμυθιού είπα να κοιτάξω μες στο νερό,
από περιέργεια που συσσώρευα από καιρό.
Και κοίταξα μες στο ήρεμο,το αγουροξυπνημενο λικνιζόμενο νερό του βλέμματος σου.
Κι απότομα, ξαφνικά έμαθα πως δεν ήμουνα πια ζώο.
Αλλά ένας άνθρωπος, ο δικός σου άνθρωπος.
Και απέκτησα απόγνωση, την απόγνωση της αγάπης.

Ημασταν μαζί δύο άνθρωποι, μονάχοι για πάντα.
Μαζί θα μέναμε για πάντα, μόνοι, αλλά μαζί.
Και δε μ’ ένοιαζε να βρω άλλους ανθρώπους μόνους.
Τώρα που έγινα άνθρωπος κι έπεσε σαν κουρέλι
το πρωτόγονο δέρμα μου, σκλήρυνα.
Έγινα τόσο σκληρός που δε μ’ ένοιαζε για τους άλλους.
Είχα βγάλει και φτερά απο καθαρη τυχη, ναι φτερά και πέταξα μαζί σου ψηλά.
Κι οι άλλοι κάτω να μεταμορφώνονται αργά σε ζώα.
Κι όλη η μεταμόρφωση πονούσε τόσο,
που μ’ έκανε να γελάσω με ειρωνία.
Είχα πάρει την εκδίκηση μου.

Κι εκεί που είχαν γίνει ζωα
και ξέχασαν την πρώτινη γλώσσα τους
και πως ν’ ανάβουν φωτιά,
επιασε ξαφνικά τόσο κρύο.

Και εμείς ολόγυμνοι μες τα χρώματα.

Φύγαμε αλλού να πάμε.
Εκεί οπου υπήρχαν κι άλλοι όμοιοι μας.
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη εκδίκηση που πήρα.
Όχι μονο γιατί έγινα άνθρωπος αλλά και
γιατί ξέχασαν ν’ ανάψουν φωτιά, την φωτιά της αγάπης.

Κι ήταν τόσο άθλιες οι εικόνες που ακολούθησαν.

Να τρώνε από κάτω βρώμικο σαπισμένο αποφάι.
Να βιάζουν θηλυκά, να σκοτώνουν τα μικρά τους.
Με γρήγορες, μελετημένες κι άσπλαχνες κινήσεις
Να αλληλοτρώγονται μεταξύ τους για καποιο ψοφιμι.
Για ένα κουφάρι γεμάτο σκουλήκια
Και ακόμα πιο φρικτές εικόνες που δε θέλω να διηγηθώ.
Κι τοτε κατάλαβα πως καθόλου δεν ομοίαζα μ’ αυτά τα ζώα,
Και έπαψα να γελώ και φώναζα μ’ αγανάκτηση.
Ζώα, ζώα, ζώα και η ηχώ μου με υποστήριζε.
Που είναι ο δημιουργός σας άλογα ζώα;
Που είναι οι θεοί σας;
Κι έφυγα μαζί σου μακριά.

Το πρωί ξυπνήσαμε σε μια πόλη μ’ ανθρώπους.
Κι ήμουν τόσο ευτυχισμένος.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 08-09-2010