Μαρμαρενιο Αλωνι

Δημιουργός: curious

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Τα ματια σου εσταζαν αιμα.

Μ ' αυτο το μαυρο βλεμμα του θανατου,

νομιζω, πως ξεψυχησε η μερα.

Και στο χερι σου το ακινητο, οπλο, που αλλοι,

οπλισαν, τη σφαιρα, πανω της χαραγμα,

του αναποφευκτου, του απροσδοκητου το τερας.



Πανω στα εικοσι σου, μολις βηματα αντι το ξυπνημα

της νιοτης, ηταν το χερι που σου αγγιζε τους ωμους,

χερι στιβαρο θανατου, χερι που εστησε παγιδα,

σε πρασινο βαθυ, ξημερωμα Δευτερας, χερι προδοτη.



Ακινητο το σωμα, εγκαταλελειμενο κι η ψυχη με πονο,

σε αποσταση κοιταζει, τα πενιχρα της νιοτης, βηματα της,

τα πενιχρα εναπομειναντα υπαρχοντα της.



Σε μαρμαρενιο αλωνι, εκει που αλωνιζει το νυστερι

και μαρτυρα το τελος της ζωης και το σταματημα της,

πανω στης νιοτης, στα εικοσι μολις, βηματα της.



Κι οι νεκρικες οσμες, οι τελευταιες σου δεσμευσεις,

σ ' αναπνοες που ποτισαν, οι οσμες τους τα πλακακια.

Στο μαρμαρενιο αλωνι του θανατου, με ενα δοχειο,

πλαστικο απο κατω, καποιο πρωι Δευτερας. Σ ' αυτο

ο κοσμος να μετρα , σταλες ζωης, τα εικοσι των χρονων

σου, της νιοτης, εναπομειναντα υπαρχοντα σου.



Ποιοι ειναι ολοι αυτοι, οι εμποροι του κοσμου ;

Με τις ψευτικες συγνωμες, που αθροιζουν ονειρα ανθρωπων,

σε πλαστικους κουβαδες.


Κι αυτοι μια μερα, θα τελειωσουν σε τετοιο μαρμαρενιο αλωνι,

με ξενο χερι, το νυστερι, να ξεσχιζει τα ονειρα τους.


Πανε χρονια, πανε αιωνες, φοβαται η σκεψη να γυρισει,

και ν ' αγγιξει την πληγη, πληγη που ακομη πλημμυριζει

κι ο χρονος, στη σκεψη να ενδωσει και να κλεισει - δε μπορει-

το φαραγγι του θανατου, σε μαρμαρενιο αλωνι που αχνιζει,

απο αναμικτες οσμες, σε ξεχειλο κουβα απο κατω.
















Δημοσίευση στο stixoi.info: 01-08-2011