Τα αυτοκίνητα

Δημιουργός: DeMaupassant, Χαλκόπουλος Κυριάκος

ένα πολύ σύντομο διήγημα

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Τα αυτοκίνητα



Γνώριζα για τη φήμη της περιοχής. Ήταν ένα έρημο δρομάκι, πλάι σε μια γέφυρα, η πορεία των τροχοφόρων δε σταματούσε ποτέ, όμως διαβάτης δεν υπήρχε πουθενά. Ναι, τα γνώριζα όλα αυτά πολύ καλά, τότε όμως γιατί πήγα απο εκεί;

Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Ένοιωθα άσκημα, είχα μαλώσει με κάποιο κοντινό μου πρόσωπο, είχα απογοητευθεί απο τη χρόνια ανεργία, είχα απελπιστεί κοιτώντας μέσα μου για δυνάμεις που δε βρίσκονταν. Έτσι, με λίγα λόγια, δε με ένοιαζε πλέον, ότι και αν συνέβαινε. Ίσως ακόμα και να επιδίωκα, σε ένα βαθμό, κάτι να συμβεί, ακριβώς για να δοθεί ένα τέλος σε όλα αυτά τα προβλήματα.

Τον τελευταίο καιρό σχεδόν δε ζούσα άλλο εδώ. Βυθισμένος σε όνειρα για την περασμένη, μάταιη ζωή μου, απομακρυνόμουν ολοένα απο τη θλιβερή συναίσθηση της παρακμής αυτής της χώρας.

Η περασμένη μου ζωή, των δεκαεννιά μου ετών... Πόσο ακόμα πιο μακρινή έμοιαζε τώρα, στα τριάντα-τρία μου.

Δε νομίζω όμως οτι αυτό σκεφτόμουν όταν το πρωτοείδα. Είναι περίεργο, όμως ισχύει, όσο και αν νοιώθει κανείς απογοητευμένος, απελπισμένος, συντετριμμένος, και πάλι υπάρχει μια δύναμη που δεν επιτρέπει καθόλου μια απρόσκοπτη πορεία προς ένα τέλος όλων αυτών που απο άλλες απόψεις θα μπορούσε να θεωρηθεί φυσικό. Έτσι και εγώ όταν είδα εκείνο τον άνθρωπο να πλησιάζει απο την άλλη πλευρά του δρόμου, ενώ το ένα μετά το άλλο τα αυτοκίνητα περνούσαν γρήγορα απο μπροστά του, και έφταναν ως εμένα, σα να μου παρατηρούσαν οτι σε λίγο και αυτός θα ακολουθήσει την ίδια πορεία, ένοιωσα κάπως παράξενα.

Ένοιωσα ίσως ένα φόβο. Δεν τον είχα διακρίνει καθαρά. Απο εκείνη την απόσταση, και δίχως να θέλω να τον κοιτάξω καλύτερα, φαινόταν μόνο μια ρακένδυτη, μελαμψή, αδύνατη μορφή, με άκρα που προεξείχαν μακριά. Το γένι και τα μακριά μαλλιά του πρόδιδαν ακόμα περισσότερο πως επρόκειτο για κάποιον άστεγο.

Ωστόσο συνέχισα να περπατώ. Αλλά δεν το έκανα απο κάποια τόλμη. Περιέργως σκέφτηκα κάτι αφύσικα λανθασμένο, σκέφτηκα οτι αν έκανα τότε μεταβολή και προσπαθούσα να γυρίσω εκεί όπου βρισκόμουν πριν, ο άνθρωπος εκείνος θα άρχιζε να τρέχει. Ναι, αλλά απο την άλλη και βηματίζοντας προς αυτόν δε θα ματαίωνα βέβαια κάποια αρνητική του βούληση εναντίον μου, δεν επρόκειτο, ανεξάρτητα απο τη θλιβερή του κατάσταση, παρά για έναν άνθρωπο, και όχι για κάποιο χαζό κτήνος που θα οργάνωνε τη στάση του επηρεαζόμενο απο την επισήμανση για το αν εγώ διακατεχόμουν απο ανησυχία απέναντί του ή όχι.

Τα αυτοκίνητα συνέχιζαν την ασταμάτητη πορεία τους, πέρα απο εκείνον, πέρα απο εμένα. Θυμήθηκα κάποιο άρθρο που είχα ίσως διαβάσει- ή μήπως ήταν αντίθετα ένα λογοτεχνικό κείμενο; - για κάποιον που είχε επιτεθεί σε μερικούς διαβάτες, σε ένα έρημο δρόμο, ίσως πρόσφατα, ίσως όμως και πριν απο χρόνια. Περπατούσα, ακόμα, με το κεφάλι μου χαμηλωμένο, και τον μάντευα να περπατά και αυτός προς το μέρος μου, νόμιζα οτι κατανοούσα μέσα σε όλο το θόρυβο τα βήματά του.

Όταν πέρασε απο μπροστά μου ένοιωθα οτι είχε ανέβει στην επιφάνεια ένας τεράστιος όγκος απο έγνοιες, λύπη, ανησυχία, φόβο. Αν σταματούσε εκείνη την ώρα, ίσως ακόμα και για έναν λόγο καθαυτό ουδέτερο- έμενε λίγος χώρος για να με προσπεράσει σε εκείνο το στενό χωμάτινο δρόμο- είμαι βέβαιος οτι θα είχα υποχρεωθεί σε μία κίνηση που δε θα μπορούσε μετά να διαγραφεί. Και, τα αυτοκίνητα, τα τόσο γρήγορα κινούμενα, ίσως, σε μια στιγμή, να σταματούσαν, ίσως να έβγαιναν απο εκείνα οι άνθρωποι, όχι πλέον αδιάφοροι παρατηρητές δοσμένοι σε μια αλλότρια πορεία, αλλά έντονα συναισθανόμενοι αυτό που συνέβαινε, επιτέλους, λίγο πιο περά απο αυτούς...

Δημοσίευση στο stixoi.info: 06-06-2012