Αμμόχωστος

Δημιουργός: ΑΝΤΗΣ

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Στο πανικό της τρικυμιάς τη μοίρα σου λυπήθηκα
Μα πριν σφυρίξει ο βοριάς με δάκρυ σ’απαρνήθηκα.
Του κόσμου ήσουν θησαυρός,της χαραυγής καμάρι
Κι εγινες πίκρα και καυμός σκέλεθρο και κουφάρι .

Στον Κάψαλο και στη Δροσιά για σένα ρώτησα
Μου’παν πως είσαι ξενητειά και βαριαρρώστησα.
Έψαξα για παρηγοριά,το όνειρο θέλησα ν’αλλάξω
Σ’άλλη, άξενη στεριά δέχτηκα ν'αράξω.

Δωσ΄ μου Θεέ μου μιά καρδιά ,δωσ’ μου Θεέ μου νιάτα
Να βρω τα χνάρια της ξανά και την παλιά της στράτα
Σαν Οδυσσέας που γυρνά με διψασμένη αγκάλη
πριν μ’εύρει η νυχτιά ,στο γνώριμο να φτάσω ακρογιάλι.

Μόνος στη μέση ξένου ουρανού πλανιέμαι και ραγίζω
Σβήνω στ’αγιάζι του καιρού μα τ’όνομα σου ψιθυρίζω.
Και σου φυλάω καρτέρι,μαζί σου, πρώτος να σύρω το χορό,
Απ’τον ήλιο σου ενα μεσημέρι να πιώ να δροσιστώ.

Κι οπως διαβαίνει η ζωή στη νοσταλγία σου δεμένη
Ακούω πάντα μιά φωνή,αντάρα ,στο μυαλό μου ριζωμένη
«Γίνε φωτιά Αμμόχωστος κι άναψε τα σκοτάδια,
Άνοιξε τα φτερά και πέταξε ,απ’τα βουβά ρημάδια.»

Δημοσίευση στο stixoi.info: 15-02-2013