μανδραγόρας

Δημιουργός: χρήστος

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

ανέκφραστος, σαν να φοράς γύψινο προσωπείο
από τα γεννοφάσκια σου δεινός υποκριτής
τα λόγια παπαγάλισες και πήρες το βραβείο
νομίζοντας πως της ζωής την τέχνη υπηρετείς

κι απ' τη σκηνή τ’ ανθρώπινα κοιτούσες καραβάνια
και τα παιδιά που λιώνανε όρθια μες στη βροχή
κι ύστερα πήγαινες κεριά να κάψεις και λιβάνια
για να κερδίσεις ουρανούς, να σώσεις την ψυχή

δεν ήξερες η αδάκρυτη ψυχή, σωσμό δεν έχει;
ποτέ δεν βρίσκει ανάπαυση γιατί έχει πουληθεί
πως φτιάχτηκε να συμπονά και στη φωτιά ν’ αντέχει
κι όχι για να ξοδεύεται προτού να γεννηθεί

Μα εσύ είχες πάρει τη ζωή, για να την ζήσεις, φόρα
βγάζοντας από μέσα σου του ανθρώπου τον βραχνά
και τώρα δέξου τη στριγγλιά στ’ αυτιά, του μανδραγόρα
πάντα ό,τι ξεριζώνεται ουρλιάζει και πονά

Δημοσίευση στο stixoi.info: 28-04-2018