Η γέννηση της μέρας

Δημιουργός: Κωνσταντίνος Καργάκης

Στη Μινωική άνοιξη

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info

Καταντικρύ στο Βορρά,
στη χιονοσκέπαστη Ίδη,
τα σημάδια του άφησε σβήνοντας
το στερνό αστέρι της νύχτας.

Μες στο βασίλειο του Μύθου,
στο θεϊκό αχνοσκέπαστο Σπήλαιο,
οι μικρές ολιγόϋπνες Κόρες είναι στο πόδι
κι απ’ όξω τα πρώτα αντρίστικα ζάλα* (Βήματα)
τρίζουν απάνω στην κρούστα˙
χεροδύναμοι φαμέγιοι* θεοί (Παραγιός)
λύνουν της μέρας τα στοιχειά.

Πρώτοι
ξεπορτίζουν αλαφροπάτητοι οι πέντε ανέμοι.
Αγουροξυπνημένη
η θαλασσινή μπλαβομάτα θεά
αποταυρίζεται πάνω στην άμμο,
λύνει τους κάβους και σηκώνει τα πανιά,
τις γλυκύπνοες αύρες ν’ αφήσει.


Της αυγής τα ουράνια τόξα
ανοίγουν τα πρώτα τους φύλλα
πάνω απ’ τα λιβάδια των ίσκιων.

Σπίθες κρατήρων χαράσσουν το σκοτάδι.
Η λάβα σπάει το τσόφλι της νύχτας
κι η μέρα γεννιέται πίσω από το βουνό.

Πλημμύρα το φως ξεχύνεται πάνω στις πέτρες
κι ο Γερο-Ψηλορείτης αλλάζει πλευρό
τη ράχη του χιονιά να ξεμαργώσει*. (απόψυξη)

Λιώνει η όψιμη χιονιά
και σέρνει ο Αγκουτσακίτης*,(όνομα ποταμού)
την ορμή του σκορπίζοντας σπάταλα πάνω
στους μεγάλους χοχλάκους*, (στρογγυλές πέτρες)
το νερό, χαμηλά να ξανάβρει και πάλι
το δρόμο του,
το πέλαγο ψάχνοντας
μέσα από λεύκες κι από πλατάνια.

Πάει καιρός που ακούστηκε
των κεραυνών το στερνό ανεμοκύκλι
και τα στοιχειά του πολέμου που πέρασαν,
τις οπλές τους αφήσανε πάνω στο χιόνι.

Λιγοστά απομεινάρικα σύννεφα,
το μολύβι ως άδειασαν,
ξαρμάτωτα κείτονται στα πόδια των βράχων
κι οι κορφές, με λουρίδες λευκές στολισμένες,
τις πνοές πελαγίσιων ανέμων προσμένοντας,
σηκώνουν το μπόι τους στ’ ουρανού το γαλάζιο.

Ίσκιος και φως συνορίζονται * (τσακώνοντε για)
τη στερνή πιθαμή πάνω στο χώμα.

Συνάρματοι αλληλομαχούν από κλώνο σε κλώνο.

Ριπές των αχτίνων εξοστρακίζονται
στις γυαλισμένες ασπίδες των φύλλων
και λόγχες φωτιάς τυλίσσουν το χνούδι των βράχων,
σηκώνοντας άχνη πυρπολημένης δροσούλας...


Ο ίσκιος κρατάει γερά,
η μάχη όμως έχει κριθεί.

Φωτοστεφανωμένος ο πολέμαρχος Ήλιος,
σαν Αχιλλέας,
σέρνει δεμένο τον Ίσκιο στο άρμα του
γύρω απ’ τα τείχη της Άνοιξης.

Το τοπίο ανοίγει τα σκοτεινά του περάσματα,
φωτεινό να περάσει το ψίκι* της Άνοιξης ( πομπή του γάμου)
με τις μπαλωθιές και τα τραγούδια του Ήλιου.

Τρίζουν οι ρίζες μέσα στο χώμα,
τις κόρδες* των ήχων αλλάζοντας. (χορδές)

Παίρνουν τ’ αψήλου τα πουλιά,
στο πέταγμα να παραβγούν
και στ’ αυγινό τραγούδι
κι οι μέρες, κοπελιές της παντρειάς,
μαντίλι ρόδινο έπλεξαν να πιάσουν στο χορό.

Βράχοι που νήστεψαν το φως
ασβεστώσαν τον ίσκιο τους,
προσμένοντας των λουλουδιών
τη Λαμπρή την Ανάσταση.

Μύριες καμπάνες τ’ ουρανού
ψαλμό χερουβικό χτυπούν
στη λειτουργιά του Απρίλη.

Αντικρύ του βουνού
ο απέραντος κάμπος της θάλασσας
χωρισμένος σε πάρτες*,(ίσα μερίδια)
ασημένιες και μπλάβες*, (μπλε)
μεγάλες ιδιοκτησίες
καπεταναίων ανέμων.

Ξυλοκόποι καιροί κρεμούνε τα σύνεργα,
στολισμένοι να μπούνε στις μεγάλες σκολάδες*. (σχόλες)

Ποκαμισάρης ο Νοτιάς ανεβαίνει τα διάσελα,
την ανάσα του αδειάζοντας στα κρύα φαράγγια.
Ξεκορνιάζει της νάρκης το αίμα
να σαλέψουν αργά τα μιαρά*.(ζωύφια)

Της ζωής το κουκούλι
που αιώνες επώασε την ψυχή των πραγμάτων,
χρυσή πεταλούδα βγάνει στο φως
και η ρίζα η αμίλητη
που ποτέ δε φανέρωσε το νερό το αθάνατο,
ανεβάζει και πάλι το αίμα της
στου πρίνου τις πράσινες φλέγες,* (φλέβες)
μ’ αροδαμό και βελάνι
τα πρωτόγεννα ζα του ο ήλιος να θρέψει.

Το πρώτο εμβατήριο του πολέμαρχου Ήλιου
συντάσσει τις μέλισσες μες στην κυψέλη
και τα πρώτα κρινάνθια, με γύρη και άρωμα,
στα λευκά σωθικά τους ζυμώνουν το φως.

Σαρκοθρέφτης ο δίχταμος, στη βράση της πέτρας,
απλώνει τα φύλλα του στου γκρεμού τον αέρα,
από φως και δροσούλα γιατρικό να μαζώξει.

Η μέρα ανοίγει τις πλαγίες των χρωμάτων
και τ’ ασπαλάθια ξομπλιάζουν με κίτρινο υφάδι
τα ζάλα* του έρωντα (βήματα)
στην ποδιά του βουνού.

Τα όρνια παίρνουν του ύψους,
την κουκκίδα τους σβήνοντας μες στο γαλάζιο.

Στην πλαγιά του βουνού
το πρώτο κοπάδι
το πρώτο βοσκόπουλο
το πρώτο τραγούδι.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 13-03-2019