Tης Χαλιμάς τα παραμύθια

Δημιουργός: ειδεμή, curious Λαμπρινή Τενεδίου

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info


Της Χαλιμάς...τα παραμύθια 2020

Η μικρή Χιστίνα κάθεται και εξυφαίνει μαζί με τις φιλενάδες της,
το ονειρόδραμα...κι εγώ σαν ονειρολόγος,ή ονειρομάντης
- χειροπράκτης του ονείρου - πάθη του πεπρωμένου αναλύω.
Νιώθω ένα κόμπο να μου σφίγγει το λαιμό κι η ανάσα μου
να κόβεται ασύμμετρα,όχι από συγκίνηση,..από φόβο.

Ποιός...θα σαλπίσει την έναρξη στο σιωπητήριο της νυχτιάς
- οι 'δορυφόροι'...ίσως,που εύκολα αλλάζουνε στρατόπεδο;-
Σθεναρή...προαγγελία,...προάγγελος όμως επάξια,δε στάθηκε
κανείς ήταν όλα μηχανεύματα μεθοδευμένων,επιθανάτιων ρόγχων.

Η μικρή Χιστίνα κάθεται και εξυφαίνει...παρέα με τα αγόρια της,
ψιθυρίζοντας συντονίστε τα ρολόγια σας,στο προαναγγελθέν
συμβάν,μην τύχει και δούν οι τοίχοι όσα το κάστρο ενός Παλατιού
μπορεί και κρύβει,πίσω από τα μάτια,πέρα από τους ήχους,
σιδηρά προσωπεία.

Σήκω επάνω,..άνοιξε όλα τα μάτια σου...και πιάσε όποιον μπορείς,
τον Άλι-Μπάμπα,τον Αλαντίν,ή...και το μαγικό λυχνάρι του,που
είχε σβήσει όμως,πολύ πριν,καμιά ευχή του δεν εισακουγόταν
- όσο κι αν...έτριβε - και ο Σεβάχ στων θαλασσών τα πέρατα χαμένος
- και...στις επτά - να ψάχνει το καράβι του ακόμη,κάπου...ναυαγισμένο.

...Όχι,δεν με πίκρανες - δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης στα αισθήματα,
μεταξύ ανόμοιων προσώπων - τρώω όλο το φαί μου και δεν περισσεύει,
...μα νιώθω συνέχεια ένα κόμπο στο λαιμό...αγωνίας ν'ανεβαίνει.

Ούτε παίρνω γλυκά ποτέ από αγνώστους...και πάντοτε προσέχω,
μόνο...μιά φορά,κάποιος μου έδειξε το δρόμο και θυμάμαι...ακόμα,
πως κρατούσε στα δυό του χέρια,δυό καταπράσινα γυαλιστερά αγγούρια
...και σκέφτηκα να δείς,αυτός ή τρελός είναι και επικίνδυνος,ή αφελής,
...μα εκείνος έλεγε σκέτα,πως ήταν βασιλιάς και ιδρυτής σε κάποιο
περασμένο μεγαλείο.

Κι ύστερα ανέβηκε στο κόκκινο γερασμένο άτι του κι έφυγε,κουνώντας
το κεφάλι του με συγκατάβαση κι...αγάπη,για την καλή του πράξη,δεν
είναι τάχα λίγο,μιά καλή πράξη.

Αυτός...ήταν ο δρόμος που μου έδειχνε κι όπως τον άφησε εκείνο το
πρωί,.. έτσι έμεινε,πίσω από τα μάτια,πέρα από ήχους,σιδηρά προσωπεία,
...όσα ο δρόμος ενός κάστρου μπορεί να κρύβει,με όσους σιωπηρά
εργάζονται μέσα και από πίσω,το έγκλημα και την ανομία - επί πληρωμή -.

Την επομένη,ψηλά στον ίδιο τόπο,πάλι είδα έναν ίδιο - εύκολα θά΄παιρνα όρκο-
πως είχαν ίδιο πρόσωπο,ίδια μορφή και τον ίδιο κρυφό τρόπο.Αυτός δεν
έδειχνε,μόνο αμείλικτα κοιτούσε και μετρούσε τις μέρες και τον χρόνο,προάγ-
γελος,στα μαύρα αναδίπλωμένα του φτερά,στο προαναγγελθέν ενός θανάτου
-υπολογισμένου- ψιθυρίζοντας στον υποτακτικό του:- Συντόνισε το ...Βήμα σου
...και το ρολόι που στο χέρι σου φοράς κι έχεις καλά κρυμμένο.


Έκανε κρύο και παγωμένη αναριγούσα,καθώς κι...εγώ μετρούσα ελπίδες-φόβους,
υπέρ,κατά,..το ίδιο προαναγγελθέν συμβάν - δεν είχα τρόπο -.
...Μετά προσπέρασα και σκυφτή μπήκα στο Παλάτι,προσκύνησα,έμεινα λίγο
...στο κάστρο και έφυγα πάλι.

Η Σεχραζάτ που ζούσε ακόμη - με κόπο είναι αλήθεια- στο μυαλό μου,δεν είχε
τίποτα ενδιαφέρον πιά να διηγηθεί,στο αναγνωστικό κοινό μου,να εκλιπαρήσει
για ζωή και ο θάνατος να ηττηθεί...την είχαν - μου είπαν κάποιοι αργότερα -
όλοι...βαρεθεί,..όλο τα ίδια και τα ίδια παραμύθια.

Εκεί...ξεψύχησε,στο μάρμαρο επάνω και ο σουλτάνος-βασιλιάς (- Σ-αχ-ρι-άρ -),
...συνέχισε να εκτελεί,γυναίκες,άνδρες και παιδιά...και το κεφάλι κατρακύλησε
στο πιάτο...της Σαλώμης,με τα επτά της πέπλα και τους ξωτικούς χορούς της,
αραχνουφασμένα,τα είχε η πλανεύτρα,αποκομίζοντας δώρα από τον βασιλιά,
κερδίζοντας την εύνοια και την...αγάπη της Ηρωδιάς,για πάντα...( ; ) Η αραχνο-
υφαντένια(Σαλώμη-Ενένη).

Και η μικρή Χιστίνα επέμενε γιατί ήξερε,πως πίκρανε το φαγητό μου και πια
δεν έκλαιγε και μ'όλους,όσους ήθελε μπορούσε κι έπαιζε στη φιλόξενη,
μεγάλη αυλή της,παρέα με τα αγόρια και τις φίλες της,εξύφαινε ένα εξαίρετο,
πολύχρωμο,σκηνικό χαλι...και μ'αυτό ταξίδευε όλους,όσοι δεν είχαν τρόπο
- φτώχια μεγάλη -.Δεν είναι τάχα λίγο,μιά καλή πράξη.

Κι ύστερα όμοια,όπως άλλοτε κι ο συνιδρυτής,συμβασιλέας,ανέβηκε
πάνω στο κατάλευκο άτι της και κάλπασε...στο βορρά,...στο νότο,στην ανατολή,
προς χαρά μεγάλη του Σείχη,ή του Σάχη,(δεν θυμάμαι τον τίτλο Ευγενείας),ίσως
και...στη δύση.

Όχι δεν με πίκρανες,τρώω όλο το φαί μου ακόμη - και δεν περισσεύει -
νιώθω όμως πάντα τον ίδιο κόμπο,κάτι να σφίγγει το λαιμό μου κι αργά
οδυνηρά,ενώ αδειάζει η αναπνοή μου,...ασύμμετρα μου κόβεται η ανάσα
...και μού'ρχεται να κλάψω,μοιάζει με πόνο και επιθανάτια αγωνία...κι
αφήνω το κουτάλι μου στο πιάτο,γιατί...θυμάμαι το παραμύθι,που σκότωσαν
τον κυνηγό οι λύκοι,..όταν ανήμπορος πια,νυχτώθηκε στο δάσος,μακριά
από το σπίτι,χωρίς κανένα όπλο-τρόπο,πάλεψε μόνος με θηρία,κουβάλησε
όλο του το βάρος,για να μην είναι βάρος.


Όχι δεν με πίκρανες,τρώω ακόμα το φαί μου και δεν περισσεύει,ούτε παίρνω
γλυκά από αγνώστους και πάντοτε προσέχω,μόνο...μιά φορά κάποιος μου
έδειξε το δρόμο...της φωτιάς...κι ύστερα ανέβηκε στο κόκκινο γερασμένο άτι του
και έφυγε,κουνώντας με συγκατάβαση κι...αγάπη το κεφάλι,για την καλή του
πράξη.Δεν είναι τάχα λίγο μιά καλή πράξη.Αυτός ήταν ο δρόμος που μου έδειχνε.

Την επομένη ψηλά στον ίδιο τόπο,είδα έναν ίδιο-όμοιο,εύκολα θά'παιρνα όρκο,
πως είχαν ίδιο πρόσωπο,ίδια μορφή και τον ίδιο κρυφό τρόπο.Πίσω από τα
μάτια,πέρα από τους ήχους,σιδηρά προσωπεία- το συνδικάτο,του 'να τελειώνουμε
στα γρήγορα με δαύτους,αθόρυβα' - Όσα ο δρόμος ενός κάστρου-κράτους
μπορεί να κρύβει,με όσους σιωπηρά εργάζονται μέσα,έξω και πίσω από τους
τοίχους - την ανομία -.

Η μικρή Χιστίνα κάθεται και εξυφαίνει παρέα με τις φιλενάδες της,ένα εξαίρετο
πολύχρωμο χαλι...με μαύρες σκιάσεις και με...γκρί και μ'αυτό ταξιδεύει
όλους,όσοι δεν έχουν τρόπο - φτώχια μεγάλη - Δεν είναι τάχα λίγο μιά καλή
πράξη...Κι έτσι ταξιδέψανε και ταξιδεύουνε πολλοί.Κι ύστερα ανέβηκε
πάνω στο κατάλευκο άτι της και κάλπασε με χάρη...προς το βορρά,..στο νότο,
...σ'ανατολή προς μεγάλη χαρά του Σάχη-Σείχη,(δεν θυμάμαι τον τίτλο Ευγενείας),
...ίσως και στη δύση.

Κι από τη Σεχραζάτ,που ζούσε στο μυαλό μου,έμεινε μόνο το σώμα,χωρίς
κεφάλι,έτσι κι αλλιώς την είχαν βαρεθεί - όπως μου είπαν κάποιοι άλλοι -
όλο τα ίδια και τα ίδια παραμύθια,πίσω από τα μάτια,πέρα από τους ήχους,όσα
ο δρόμος ενός κάστρου μπορεί να κρύβει,με όσα σιωπηρά εξυφαίνονται μέσα
και έξω- πίσω από τα τείχη-.

Η μικρή Χιστίνα με πίκρανε εξυφαίνοντας ένα εξαίρετο,πολύχρωμο χαλι,με
μαύρες σκιάσεις και με...γκρι - εγώ δεν έχω ιδέα από ύφανση - ένα τέλειο
σκηνικό ονειρόδραμα,..κι εγώ ονειρολόγος,ή ονειρομάντης - χειροπράκτης
του ονείρου - του πεπρωμένου πάθη ν'αναλύω.


Ποιός θα σαλπίσει απόψε την έναρξη στο σιωπητήριο της νυχτιάς - οι
'δορυφόροι'που εύκολα αλλάζουνε στρατόπεδα;- Προάγγελος δεν στάθηκε
κανείς,ή...προφήτης...στις επάλξεις,όλα ήταν μηχανεύματα της ίδιας
μηχανής,κατασκευής επιθανάτιων ρόγχων.Μην τύχει και δουν οι τοίχοι,όσα
το κάστρο ενός βασιλείου διεφθαρμένου μπορεί και κρύβει,πίσω από
τα μάτια,πέρα από τους ήχους,σιδηρά προσωπεία.

Σήκω επάνω,άνοιξε όλα τα μάτια σου...και πιάσε όποιον μπορείς,
στα πέρατα του κόσμου...τον Άλι-Μπάμπα,τον Αλαντίν,ή το λυχνάρι
του επίσης...αν κι είχε πολύ πριν σβήσει και τον Σεβάχ,τον ίδιο,
των πέντε ηπείρων και των επτά των θαλασσών,για πάντα όμως θα
ζούνε θριαμβευτές...στης Χαλιμάς το παραμύθι.























Δημοσίευση στο stixoi.info: 12-02-2020