Μικρή πατρίδα

Δημιουργός: bobxaman, Μπάμπης Αμανατίδης

Εκτύπωση από: http://www.stixoi.info


Θα θυμάμαι τη μικρή πατρίδα της παιδικής ηλικίας
την πατρίδα με τον καθαρό ουρανό των πεφταστεριών,
τη ζέστη του καλοκαιριού , το κρύο του χειμώνα ,
τη μικρή πατρίδα των εύφορων κάμπων,του ποταμού
και των κατοίκων με ιδιόμορφη εσωστρέφεια και έπαρση.
Θα θυμάμαι τους σιτοβολώνες ,το θερισμό,τον αλωνισμό,
τα καπνοχώραφα,το φορτηγό του έμπορου που ανατράπηκε
γεμάτο με δέματα φύλλων καπνού,
το φορτηγό ψυγείο με προορισμό τη Γερμανία
γεμάτο πορτοκάλια που ανατράπηκε κι αυτό
γεμίζοντας την άσφαλτο με χιλιάδες
αρίστης ποιότητας ζουμερά πορτοκάλια
από αυτά που δεν είχαμε ξαναδοκιμάσει,
τυλιγμένα σε λεπτό χρωματιστό χαρτί πολυτελείας,
Τους πειρατές της πρωτεύουσας που μας κατέκλυσαν
απαιτώντας από την πολιτεία χορήγηση νόμιμης άδειας ταξί.
Κι αργότερα τους πρώτους έρωτες ,
τα όνειρα για καταξίωση και απασχόληση.
Ίσως για τους δυο παραπάνω λόγους σε προδώσαμε.
Μικρή πατρίδα σε εγκαταλείψαμε
ο κισσός έπνιξε τα όμορφα σπίτια σου
τις αυλές που ήταν γεμάτες γιασεμί ,
τριαντάφυλλα,βασιλικούς ,σύκα και ρόδια.
Η μακρόχρονη απουσία έκανε τον κισσό
ν' ανεβαίνει στους τοίχους των σπιτιών,
όπου κάποτε έσφυζε από ζωή.
Θραύσματα μνήμης ,θραύσματα
πολυμερισμένων κίτρινων εικόνων σε σελοφάν
που σκορπίστηκαν στις γωνιές των δρόμων
σαν τα ξεραμένα φύλλα του Οκτώβρη
που ο άνεμος σκορπά πέρα δώθε .
Διασχίζω την πλατεία
λίγοι συνομήλικοι παίζουν χαρτιά
σε ξύλινο τραπέζι του καφενείου,κανένας δε γυρνά να με δει.
Η ζωή νέκρωσε όπως το ενδιαφέρον για τον άλλο.
Κάποιος με χτυπά στην πλάτη. Με γνώρισες; ρώτησε
Όχι απάντησα .
Ήταν ο ξεχασμένος εαυτός μου,κατάλοιπο του παλιού καιρού.
Ποιος ήταν αυτός; ρώτησαν οι συνομήλικοι
που συνέχιζαν την πρέφα μισό αιώνα τώρα.
Το χωριό μου μοιάζει με μάνα
που τα παιδιά της την απαρνήθηκαν.
Τα δάκρυα που χύνει οδεύουν στον ποταμό Αξιό
κι η θλίψη φτάνει στο Θερμαϊκό.
Στο χωριό μου δε γεννιούνται πια παιδιά
το ιστορικό σχολείο έκλεισε παρέμεινε σκιάχτρο
να μας θυμίζει τα δικά μας χρόνια
και να υποδαυλίζει τις νεκρές μνήμες.
Το χωριό μου είναι ιστορικό και πονεμένο
εκεί θάβουμε τους ανθρώπους μας
είναι ο τελευταίος προορισμός,εκεί θα καταλήξω κι εγώ
στο μοναδικό εξελισσόμενο οικισμό.
Κάθε φορά φτάνω με λαχτάρα αποχωρώ με σφιγμένα σωθικά
από τύψεις για την απάρνηση.

Δημοσίευση στο stixoi.info: 14-10-2020